Νιλ Τζόρνταν: Ένας γαλαξίας ιρλανδικού φλέγματος φαντασίας, τρόμου και έρωτα ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:00
25/2

Νιλ Τζόρνταν: Ένας γαλαξίας ιρλανδικού φλέγματος φαντασίας, τρόμου και έρωτα

Ιστορικής σημασίας βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός, με μια προικισμένη δεκαετία του '90 και ένα συνολικό έργο που αποτυπώνει, κάποτε άνισα, μια ευλογημένα ανήσυχη ιρλανδική ιδιοσυγκρασία. Προτείνουμε 6 ταινίες από τον κατάλογό του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Σήμερα φαίνεται αδιανόητο, υπήρξε όμως μια εποχή που ο Νιλ Τζόρνταν, 71 σήμερα, θεωρούνταν ένας από τους πιο περιζήτητους και πιο προσδοκώμενους δημιουργούς μιας βιομηχανίας που έμπαινε στην '90ς επανεκκίνηση. Για κάποιους δημιουργός μιας άνισης φιλμογραφίας, για άλλους ένας συστηματικά ενδιαφέρων μελετητής της ιστορίας της Ιρλανδίας καθώς και μιας σειράς ιδιαίτερων ερωτικών σχέσεων. Διαλέγουμε 6 ταινίες που σε εισάγουν στον ελκυστικά αλλόκοτο κόσμο του.

«Η Παρέα των Λύκων» (The Company of Wolves, 1984)
Η δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη - μαζί με την επόμενη οι κορυφές της πρώτης του δεκαετίας- δίνει ένα μέτρο της εννόησης του γοτθικού παραμυθιού, της μεταγραφής της δοξασίας και του θρύλου στον κινηματογράφο και της σκοτεινής παραβολής, όπως την κατάλαβε ο Κέλτης στο ακατάτακτο σινεμά του. Να το πω φαινομενικά προβοκατόρικα: Βλέπεις τις teen φαντασίες των πρόσφατων χρόνων («Twilight», ακούς) και θλίβεσαι. Ένα ποίημα φολκλορικού τρόμου μεταμορφώσεων (η δεκαετία τους πήγαινε τους Λυκανθρώπους), μια ανειλημμένη σκυτάλη από την Hammer Films, μια εικονογραφία που λείανε τον ερχομό (και) του Τιμ Μπέρτον και μια αξιοσημείωτη θαλπωρή από το ελληνικό κοινό της εποχής. 

«Μόνα Λίζα» (Mona Lisa, 1986)
Δεν πρέπει να υπήρχε σινεφίλ να μην εκπλαγεί γοητευμένος από τη «Μόνα Λίζα» τότε. Σε μια δεκαετία που κυλούσε άνευρα για τον φίλο του ανθρώπινου αστυνομικού θρίλερ, ερχόταν τούτο δω, μ’ έναν limey αέρα, αισθήσεις αμερικανικού νουάρ, πλαγιοκοπημένες κρίσιμα όμως από ένα βρετανικό άγγιγμα, ένα χιούμορ, έναν χρωματισμό του υποκόσμου, μια επιλογή femme fatale, ένα αλλιώτικο soundtrack και βέβαια μια αναπάντεχη κεντρική ερμηνεία από τον Μπομπ Χόσκινς (οσκαρικός υποψήφιος τότε) που έκανε τον παράταιρο έρωτά του, γλυκόπικρη συγκινητική ανάμνηση. Ο Τζόρνταν, αμέσως μετά την «Παρέα των Λύκων» του, που είχε φέρει τους αδελφούς Γκριμ σ’ ένα κοινό που μόλις καταλάβαινε πόσο πειραγμένα παραμύθια χρειαζόταν, έβρισκε μια φόρμα που δεν θα ξαναείχε στην τότε δεκαετία.

«Το Παιχνίδι των Λυγμών» (The Crying Game, 1992)
Έξι χρόνια και τέσσερεις ταινίες αργότερα, έρχεται μια ταινία που αν σκεφτείς τα μεσολαβούντα σχεδόν 30 χρόνια δύσκολα θα βρεις πέντε τέτοιες που όχι μόνο να απασχόλησαν τόσο την τρέχουσα κουλτούρα αλλά που να ήταν προκλητικές αντί προβοκατόρικες, μυστικές αντί ερμητικές, έξυπνες αντί εύστροφες και, τελικά, καλές ταινίες που αγαπήθηκαν αντί κινηματογραφικό junk μιας χρήσης. Έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ, βραβείο σεναρίου για τον Νιλ Τζόρνταν κι ένα φιλμ που ακόμα κουβαλά το μυστικό του, όχι στο twist που αν δεν έχεις δει οφείλεις να ανακαλύψεις, αλλά σαν δείγμα του πόσο καλά συνέλαβε την δοτικότητα, έστω μέσα από αντιφάσεις, της ανδρικής ψυχής.

«Συνέντευξη Με Έναν Βρυκόλακα» (Interview with the Vampire: The Vanpire Chronicles, 1994)
Από τη μια η μεγάλη εμπορική επιτυχία των «Λυγμών» κι από την άλλη αυτό εδώ, αρκούν για να σου επισημάνουν τι ακριβώς σήμαινε για την βιομηχανία (και όλους μας) ο Νιλ Τζόρνταν τότε. Με πρωταγωνιστικό ζευγάρι Τομ Κρουζ και Μπραντ Πιτ, τον Αντόνιο Μπαντέρας λίγο παραδίπλα και την εντεκάχρονη Κίρστεν Ντανστ στη μέση, αυτή θα ήταν μια one of a kind αναβίωση του μύθου του βρυκόλακα, περασμένη σε μια μολυσματικά ερωτική ιστορία, ομοφυλοφιλίας, πανσεξουαλισμού, αιμομιξίας λεσχών παρακμαζόντων απέθαντων. Το είδος είχε αναβιώσει, ο Τζόρνταν συζητούσε με θεοσκότεινη σατιρικότητα την θνητότητα και τον χρόνο κάτω από την έκπαγλη καλλονή της χολιγουντιανής ματαιοδοξίας, η κορυφή στις σχέσεις του με την βιομηχανία είχε μόλις κατακτηθεί.

«Το Τέλος μιας Σχέσης» (The End of the Affair, 1999)
Αν και τον «Μάικλ Κόλινς» και το «Butcher Boy» που μεσολαβούν δεν τα παρακάμπτεις ελαφρά τη καρδία, εξαιρετικά είναι, ιδίως το δεύτερο, η δεκαετία του σκηνοθέτη θα κλείσει μ’ έναν θρίαμβο, μια από τις ερωτικές ιστορίες των εποχών του σινεμά, ένα ριμέικ που ξεπερνά το πρωτότυπο, μια ακτινοβολούσα ανάγνωση του βιβλίου του Γκράχαμ Γκριν. Χρειάζονται περίτεχνα λόγια που δεν ευκαιρούν σε δημοσιογραφικές παρουσιάσεις, να ξέρουμε τα όριά μας. «Το Τέλος Μιας Σχέσης» χαρτογραφεί τις δυο όψεις, την μανία του ερωτικού πάθους, την τρικυμισμένη γαλήνη της απέραντης αγάπης, την σφοδρή σύγκρουσή τους με το ανθρώπινο πεπερασμένο, τις λέξεις που απομένουν ως ελάχιστη αξιοπρέπεια πνεύματος όρθιου απέναντι σε δυνάμεις που το συντρίβουν.

«Ο Καλός Κλέφτης» (The Good Thief, 2002)
Τρία χρόνια μετά ο Τζόρνταν επισκέπτεται τον Ζαν-Πιερ Μελβίλ, μεταγράφει το αξεπέραστο «Bob Le Flambeur», μας αποδεικνύει ότι ξέραμε που τον εμπιστευόμασταν τυφλά (οι εκλεκτικές συγγένειες λένε πολλά για τους ανθρώπους) και καταφθάνει στο τέλος της μεγάλης του εποχής με μια μικρή ταινία από εκείνες που χωρίζουν τους ανθρώπους σε κατάλληλους ή όχι για συναναστροφή. Κλέφτης, ναρκωτικά, σύνδρομο του Πυγμαλίωνα, η «τελευταία αναλαμπή» και το τελικό bid για μια (κάποια) λύτρωση, Λέοναρντ Κοέν στο soundtrack (άλλη αποκαλυπτική εκλεκτική συγγένεια), ο Νικ Νόλτε να ξέρει για ποιο πράγμα μιλάει, ευρωπαϊκός αέρας στο ρεπεράζ, happy end που αρμόζει σε ωραίους τύπους, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Έκτοτε ο Τζόρνταν συνεχίζει να γυρίζει σχεδόν ακαταπόνητος, εξακολουθεί να βρίσκει την επίδραση των τραυμάτων στους ανθρώπους του, να εξετάζει θρυμματισμένους λογιών ανένταχτους, να συσχετίζει την Ιστορία με το Παρόν. Να είναι γερός.