Ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία: Άγγελος Φραντζής, Μιχάλης Σαμιώτης και Ραμόν Μαλαπέτσας απαντούν στην «Τελευταία Κλήση» - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
13:46
21/3

Ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία: Άγγελος Φραντζής, Μιχάλης Σαμιώτης και Ραμόν Μαλαπέτσας απαντούν στην «Τελευταία Κλήση»

Τρεις βασικοί συντελεστές της «Τελευταίας Κλήσης», ο Άγγελος Φραντζής (δημιουργικός σύμβουλος), ο Μιχάλης Σαμιώτης (σκηνογραφία) και Ραμόν Μαλαπέτσας (Διεύθυνση Φωτογραφίας), μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ για την ένταση, την εικόνα και τη δραματουργική προσέγγιση της ταινίας.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

Η «Τελευταία Κλήση» του Σέριφ Φράνσις εμπνέεται από την υπόθεση Σορίν Ματέι και μέσα από μία αφήγηση που κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο, ανασυστήνει μια εποχή έντονα αναγνωρίσιμη. Παράλληλα, σε ένα τοπίο όπου τα εγχώριο σινεμά σπάνια αγγίζει την αγωνία ενός αστικού θρίλερ, η ταινία επιχειρεί να ανοίξει με επιτυχία έναν διαφορετικό κινηματογραφικό δρόμο.

Το «ζωντάνεμα» της εποχής (τέλη ’90s με αρχές 2000) υπήρξε κρίσιμος άξονας για το εικαστικό αποτέλεσμα. Η Διεύθυνση Φωτογραφίας κλήθηκε να κινηθεί σε ένα περιβάλλον περιορισμένων χώρων, όπου η ένταση των ερμηνειών έπρεπε να παραμείνει αλώβητη. Σε δραματουργικό επίπεδο, η ισορροπία ανάμεσα στην έμπνευση από πραγματικά γεγονότα και την καθαρή μυθοπλασία ήταν κρίσιμη.

Οι συνεντεύξεις που ακολουθούν με τον σκηνοθέτη/σεναριογράφο Άγγελο Φραντζή (εδώ σε ρόλο δημιουργικού συμβούλου), τον σκηνογράφο Μιχάλη Σαμιώτη και τον Διευθυντή Φωτογραφίας Ραμόν Μαλαπέτσα, φωτίζουν πτυχές αυτής της σύνθετης δημιουργικής διαδικασίας από την αισθητική διαμόρφωση μέχρι τη δραματουργική προσέγγιση. Περισσότερο όμως αναδεικνύουν το συλλογικό χαρακτήρα της δημιουργίας της ταινίας, μια συνεργασία που επιχειρεί να μετατρέψει μια γνωστή ιστορία σε μια νέα, κινηματογραφική εμπειρία.

Διαβάστε ακόμη:
Μία ομηρία σε πανελλήνια μετάδοση: Το ΣΙΝΕΜΑ στα γυρίσματα της «Τελευταίας Κλήσης» 

Διαβάστε τη γνώμη μας για την ταινία και προβάλλεται εδώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ

Ποια είναι η θέση της «Τελευταίας Κλήσης» στο ελληνικό σινεμά;

Νομίζω ότι κινείται σε ένα είδος που ουσιαστικά δεν υπάρχει στο ελληνικό σινεμά. Είναι σημαντικό να ανοίξει αυτός ο δρόμος, γιατί πέρα από ιστορικές και βιογραφικές ταινίες δεν βλέπουμε συχνά κάτι αντίστοιχο. Είναι ένα είδος που λειτουργεί πολύ καλά στο εξωτερικό και θεωρώ ότι υπάρχει δυναμική και στην Ελλάδα, τόσο από πλευράς δημιουργών, όσο και ιστοριών.

Και έχει ξεκάθαρη εμπορική στόχευση, οπότε η ανταπόκριση του κόσμου είναι σημαντική.

Είναι καθοριστική. Όσο καλή κι αν είναι μια ταινία, αν δεν γίνει ένα «γεγονός», δύσκολα θα πάει μακριά. Το word of mouth βοηθά, αλλά μέχρι ένα σημείο. Πάντα χρειάζεται μια αρχική ώθηση.

Ποιος ήταν ο ρόλος σου ως δημιουργικός σύμβουλος και πότε μπήκες στο πρότζεκτ;

Το πρότζεκτ ξεκίνησε από τον Σέριφ, που έφερε ένα αρχικό σενάριο. Στη συνέχεια δούλεψε πάνω σε αυτό με την Κατερίνα Μπέη κι εγώ μπήκα σε επόμενο στάδιο, συμβάλλοντας μαζί τους με αλλαγές στη δομή, στους διαλόγους και σε διάφορα άλλα στοιχεία. Στη συνέχεια ακολούθησα το πρότζεκτ μέχρι το τέλος του, δηλαδή ήμουν δίπλα στον Σέριφ στο κομμάτι του ντεκουπάζ, της αισθητικής προσέγγισης, του τόνου και του ύφους. Δεν ήμουν παρών στα γυρίσματα, γιατί θεωρώ ότι εκεί πρέπει να υπάρχει ένας και μόνο υπεύθυνος: ο σκηνοθέτης. Τέλος. Ξαναπήρα τη σκυτάλη λίγο μετά, στο μοντάζ όπου παρακολούθησα τα διάφορα στάδια και δούλεψα με τα παιδιά επίσης λίγο στον ήχο και στη μουσική.

Η υπόθεση Σορίν Ματέι είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Σε ποιο βαθμό σε απασχόλησε η ηθική διάσταση της αναπαράστασης ενός τόσο φορτισμένου περιστατικού;

Είναι κάτι που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Ωστόσο, η ταινία είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί μυθοπλασία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα. Κρατά κάποια στοιχεία, αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφοροποιήσεις ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Πολλά στοιχεία είναι καθαρά μυθοπλαστικά.

Κοίταξε, οπωσδήποτε είναι κάτι που δεν μπορείς να μην το σκεφτείς, να το αποβάλεις ή να μην το εντάξεις. Παρ' όλα αυτά η ταινία είναι πολύ σαφής ως προς το γεγονός ότι εμπνέεται από κάποια πραγματικά γεγονότα και φτιάχνει μια μυθοπλασία. Η έμπνευση είναι εκεί, αλλά προσπαθήσαμε να κάνουμε πολύ ορατές τις διαφορές ούτως ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ.

Η ταινία κρατάει αρκετά στοιχεία από τα πραγματικά γεγονότα, αλλά υπάρχει και μια σειρά από άλλα πράγματα τα οποία - εσύ που έχεις δει την ταινία το ξέρεις πολύ καλά - είναι εντελώς μυθοπλαστικά. Ο δημοσιογράφος και πώς τον αντιμετωπίζουμε δεν έχει καμία σχέση με το στάτους που είχε ο Ευαγγελάτος τότε. Επίσης μια σειρά από πράγματα που αποκαλύπτονται δεν έχουν μία αληθινή βάση, είναι μια υπόθεση που εμείς παίρνουμε και τη φτάνουμε μέχρι ένα όριο.

Πώς επηρέασε η δική σου ματιά το τελικό αποτέλεσμα και πώς λειτούργησε η συνεργασία με τον σκηνοθέτη;

Η ταινία είναι ξεκάθαρα μια ταινία του Σέριφ, δεν είναι μια ταινία δική μου. Σε καμία περίπτωση. Ο δικός μου ρόλος ήταν υποστηρικτικός: να προτείνω, να συζητώ, να βοηθάω στη διαμόρφωση κατευθύνσεων. Αυτό που είχε η ταινία - και οφείλεται πάρα πολύ στον Σέριφ - είναι πως επειδή από τη φύση του είναι ένας άνθρωπος πολύ ανοιχτόμυαλος, χωρίς κακό εγωισμό - είδε τη διαδικασία ως δημιουργικό διάλογο Ο Σέριφ είχε την ευφυΐα και την αγνότητα να επιτρέψει σε όλη την ομάδα να λειτουργήσει συλλογικά, κάτι που θεωρώ ιδανικό για μια ταινία. Και εννοώ όλη την ομάδα, την Κατερίνα, τον Διονύση, εμένα, τον Ραμόν, τον Μιχάλη… Όλη αυτή η ομάδα μπορούσε να ανταλλάσει πληροφορίες και να δουλεύει παράλληλα. Ήταν ένα πολύ ωραίο παράδειγμα, κάτι που θεωρώ ιδανικό για μια ταινία.

Υπάρχει κάποιο στοιχείο της ταινίας (ρυθμός, χαρακτήρες, ατμόσφαιρα) στο οποίο νιώθεις ότι η συμβολή σου ήταν καθοριστική;

Δεν έχει νόημα να ξεχωρίσω κάτι. Ήταν κάτι συλλογικό, όπως είπα πριν. Δεν έχει νόημα το ποιος θα πάρει το credit γιατί ήταν ένα πράγμα. Και στο λέω αλήθεια, πως αυτό είναι πολύ δύσκολο. Δεν είναι πάντα εύκολο να μπει κάποιος σ’ αυτή τη λογική.

Υπάρχουν σινεφίλ αναφορές που ήθελες να εντάξεις μέσα, για παράδειγμα κάτι από τα αμερικανικά αστυνομικά θρίλερ των ‘70s ή τα τηλεοπτικά δράματα «κλειστών χώρων»;

Ναι, δουλέψαμε αρκετά με αναφορές. Είχα φτιάξει μια μεγάλη λίστα ταινιών που κάλυπταν διάφορες πτυχές, από το ύφος μέχρι τους χαρακτήρες. Το αμερικανικό σινεμά των ‘70s, ας πούμε, είναι από τα αγαπημένα μου. Για παράδειγμα, είδαμε αρκετές ταινίες με τον Αλ Πατσίνο, από το «The Panic in Needle Park» ως την «Σκυλίσια Μέρα», αλλά και άλλες που μας βοήθησαν σε επίπεδο ατμόσφαιρας και προσέγγισης, όπως το πιο πρόσφατο «September 5». Υπήρχαν επίσης αναφορές για τους ηθοποιούς, όπως το στυλ ερμηνείας του Αλέν Ντελόν στις ταινίες του Μελβίλ, πιο εσωτερικό και λιτό. Δεν είναι εύκολο να πεις τι ακριβώς πέρασε στην ταινία, αλλά η δουλειά των αναφορών ήταν ουσιαστική.

Τι πιστεύεις ότι θα συζητήσει περισσότερο το κοινό μετά την προβολή;

Πέρα από το τι είναι πραγματικό και τι όχι, νομίζω ότι υπάρχει μία βασική ιδέα που άπτεται της επικαιρότητας. Η ιδέα της διαφθοράς και της συγκάλυψης. Η ταινία το πάει, άλλωστε προς τα εκεί. Είναι έννοιες πολύ επίκαιρες και η ταινία ακουμπά έντονα πάνω σε αυτές.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΑΜΙΩΤΗΣ

Η «Τελευταία Κλήση» βασίζεται σε μια πολύ γνωστή πραγματική υπόθεση. Πώς προσέγγισες εικαστικά την ισορροπία που έπρεπε να διατηρηθεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία;

Αρχικά, ο ρεαλισμός λειτουργεί ως βάση αξιοπιστίας. Αυτό σημαίνει πιστή αναπαράσταση των χώρων και των συνθηκών, όπως ας πούμε τα τηλεοπτικα γραφεία και το οικιακό περιβάλλον, και φωτισμός που μοιάζει φυσικός και όχι «σκηνοθετημένος». Η μυθοπλασία μπαίνει για να δώσει δραματική ένταση και συναισθηματικό βάθος. Η ουσία είναι να μην «προδοθεί» η αλήθεια της υπόθεσης, αλλά να μη γίνει και μια ψυχρή αναπαράσταση. Αυτό επιτυγχάνεται όταν οι εικαστικές επιλογές υπηρετούν την ιστορία, όχι τον εντυπωσιασμο, και όταν η αισθητική παραμένει συνεπής. Δεν αλλάζει, δηλαδή, απότομα από ντοκιμαντερίστικη σε υπερ-στιλιζαρισμένη χωρίς λόγο.

Η δράση εκτυλίσσεται κυρίως σε περιορισμένους, κλειστούς χώρους, όπως το διαμέρισμα και το τηλεοπτικό στούντιο. Ποια ήταν η βασική αισθητική ιδέα που καθοδήγησε το production design ώστε οι χώροι να ενισχύουν την ένταση;

Η αισθητική τότε δεν ήταν τόσο «καθαρή» και sharp όσο σήμερα. Τα ελαφρώς «ξεθωριασμένα» ή θερμά χρώματα και φίλτρα, ο έντονος κόκκος και το σχετικά σκληρό contrast ήταν αυτά που τελικά εντείνουν την ατμόσφαιρα στην ταινία.

Πόσο σημαντική ήταν η αναπαράσταση της εποχής (τέλη ’90s – αρχές 2000) και ποιες λεπτομέρειες θεώρησες κρίσιμες για την αυθεντικότητα της εικόνας;

Η αναπαράσταση της εποχής είναι καθοριστική όταν θες να δημιουργήσεις μια εικόνα ή αφήγηση που να «νιώθει» αυθεντική. Δεν είναι απλώς θέμα αισθητικής. Επηρεάζει το πώς ο θεατής αντιλαμβάνεται την ιστορία, τους χαρακτήρες και τη συνολική ατμόσφαιρα. Aυτή η περίοδος είναι πολύ αναγνωρίσιμη, άρα εύκολα θα βγει λάθος αν γίνει πρόχειρα. Πολλοί έχουν ζήσει εκείνη την εποχή, άρα εντοπίζουν αμέσως τους αναχρονισμούς. Επίσης σημαντικές λεπτομέρειες που είναι κρίσιμες για την αυθεντικότητα είναι το styling, αλλά και η τεχνολογία της εποχής.

Υπήρξε κάποιος χώρος ή σκηνικό που σε δυσκόλεψε ιδιαίτερα στην κατασκευή ή στην προσαρμογή του;

Μας δυσκόλεψε - κυριως τον set designer - το να προσαρμόσει τα δυο μεγάλα ντεκόρ, το τηλεοπτικό πλατό και το διαμέρισμα, στον χώρο που είχαμε στην διάθεσή μας. Και τα δυο στήθηκαν στο Θεμιστόκλειο Συγκρότημα, ένα κλειστό γυμναστήριο που είχαμε στην διάθεσή μας αντι ενός κανονικού πλατό για λόγους μπάτζετ.

Πώς συνεργάστηκες με τον σκηνοθέτη Σέριφ Φράνσις και τον Διευθυντή Φωτογραφίας Ραμόν Μαλαπέτσα για να διαμορφωθεί το τελικό αποτέλεσμα;

Εξαιρετικά! Με τον Ραμόν γνωριζόμαστε πολύ καλα, γεγονος που εκανε τη συνεργασία μας εύκολη και γρήγορη. Με τον Σέριφ δεν γνωριζόμασταν, αλλά μου έδειξε εμπιστοσύνη. Με κάποιον τρόπο και οι τρεις είχαμε μια κοινή αισθητική για το αποτελεσμα και αυτό πάντα βοηθάει δημιουργικά!

Υπήρξαν συγκεκριμένες αναφορές (ταινίες, φωτογραφικό υλικό, αρχειακό υλικό της εποχής) που επηρέασαν το όραμά σου;

Ναι, σε όλα τα πρότζεκτ υπάρχουν συνήθως αναφορές από άλλες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Ειδικά, όταν έχουν να κάνουν με μία άλλη εποχή έτσι ώστε να έχεις κάποια ερεθίσματα ως προς το χρώμα και τη χρήση του φωτός.

Τι θα ήθελες να προσέξει περισσότερο ο θεατής στο production design της «Τελευταίας Κλήσης», κάτι που ίσως δεν είναι άμεσα εμφανές;

Τα props! Τα αντικείμενα δηλαδή που κάνουν τον χώρο να φαίνεται «ζωντανός» και όχι σκηνικό. Τις λεπτομέρειες στο τηλεοπτικό control room και στο διαμέρισμα. Η επιτυχία της αναπαράσταση οποιασδήποτε εποχής κρίνεται στις μικρές λεπτομέρειες.

Πολύ σημαντικό, να αναφέρω τους δυο στενούς συνεργάτες μου. Την Μυρτώ Δασκαρόλη (art director) και τον Αλέξανδρο Κάππα (set designer).

ΡΑΜΟΝ ΜΑΛΑΠΕΤΣΑΣ

Η «Τελευταία Κλήση» διαδραματίζεται σε μεγάλο βαθμό σε κλειστούς χώρους. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσεις στο γύρισμα;

Το γύρισμα σε κλειστούς χώρους απαιτούσε ιδιαίτερο σχεδιασμό στον φωτισμό και στην κίνηση της κάμερας. Η πρόκληση ήταν να μη χάσω την ερμηνεια και την ένταση που είχαν οι ηθοποιοι σε ένα μικρό διαμέρισμα και μια κάμερα ανάμεσα τους.

Ποια ήταν η βασική οπτική προσέγγιση που ήθελες να δώσεις στην ταινία; Υπήρχαν συγκεκριμένες κινηματογραφικές αναφορές ή αισθητικές επιρροές που σε καθοδήγησαν στη δημιουργία της εικόνας;

Προσπάθησα να δώσω οπτικά και φωτιστικά μια ισορροπια ανάμεσα στην κινηματογραφική γλώσσα και στην τηλεοπτική κάλυψη. Ήθελα να βρίσκομαι με την κάμερα στο σετ με τους ηθοποιούς χωρίς να εμποδίζω την ερμηνεία τους και παράλληλα να έχω τη δυνατότητα φωτιστικά να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα κινηματογραφική.

Πώς δουλέψατε για να ενισχύσετε την ένταση και το ψυχογράφημα των χαρακτήρων; Σε τι βαθμό επηρέασαν οι ερμηνείες των ηθοποιών τις επιλογές σε κάμερα και φωτισμό;

Όταν διαβασα το σενάριο είχα στο μυαλό μου την κάμερα στο χέρι (handheld). Κυρίως στο εσωτερικό του σπιτιού με την ομηρία. Η ένταση στο διαμέρισμα με την κάμερα στο χέρι και έναν 40mm φακό να παρατηρεί και να κινείται οργανικά ανάμεσα στους ηθοποιους και στο δωμάτιο, δίνει τη δυνατότητα κοντινών πλάνων αποτυπώνοντας την αγωνία και τις εκφράσεις στα πρόσωπα των ηθοποιών. Τα κοντινά πλάνα, μαζι με τον φυσικό φωτισμό στο σετ, έδωσαν μία αίσθηση κλειστοφοβική στο διαμέρισμα.

Η ψυχολογική πίεση στην ερμηνεία του Ορφέα Αυγουστίδη (Νικολάι) σε ανάγκαζε να πλησιάζεις την κάμερα κοντά του και να κλείνεις το κάδρο όλο και περισσότερο, ώστε να βλέπεις λεπτομέρειες στο πρόσωπο και στις εκφράσεις.

Πόσο σημαντική ήταν η συνεργασία σας με τον Μιχάλη Σαμιώτη στη διαμόρφωση του τελικού οπτικού αποτελέσματος;

Το production design εδωσε ταυτότητα στην ταινία. Ο Μιχάλης είναι μοναδικός συνεργάτης, φοβερό άτομο με μεγάλη εμπειρία στο σινεμά. Η συνεργασία μας ήταν τέλεια. Εκείνος έδωσε την αισθητική, την ατμόσφαιρα και μαζί με τον φωτισμό δημιουργήσαμε ένα αληθινό σκηνικό.

Είχαμε συνεχώς μια συνεννόηση για το σχεδιασμό των σκηνικών, τη χρωματική παλέτα και (κυρίως!) το φως. Για να μπορέσουμε έτσι να δώσουμε ένα οργανικό και ρεαλιστικό αποτέλεσμα σε ιστορία που διαδραματίζεται στα τέλη των ‘90ς.

Αρκετοί χώροι κατασκευάστηκαν από την αρχή, όπως το εσωτερικό του διαμερίσματος, το στούντιο ειδήσεων και το πλατό του καναλιού. Να σημειώσω κι εγώ τη σημαντική βοήθεια στο art direction από τη Μυρτώ Δασκαρόλη, που σε συνδιασμο με τον Μιχάλη δημιούργησαν ένα τέλειο και οργανικό σκηνικό.

Η ιστορία έχει και μια έντονη «τηλεοπτική» διάσταση. Πώς διαφοροποίησες την κινηματογραφική εικόνα από την εικόνα των media μέσα στην ταινία;

Συνδιασαμε μια δεύτερη κάμερα σε κάποιες σκηνές και με τη βοήθεια του post production κάναμε την εικόνα αναλογική. Σαν να ήταν δηλαδή από τα ‘90ς. Φυσικά κάναμε αρκετές ενθέσεις στη διαδικασία του post σε παλιές τηλεοράσεις που υπήρχαν στα σετ.

Υπάρχει κάποια σκηνή που θεωρείς κομβική από πλευράς φωτογραφίας; Τι την κάνει ξεχωριστή;

Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη. Η φωτογραφία στην ταινία υπηρετεί το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Υπάρχει μια αισθητική ισορροπία στην εικόνα και στην κινηματογράφηση, που ακολουθεί την ιστορία χωρίς να χάνει την κινηματογραφική ατμόσφαιρα της εποχής.

INFO
Η «Τελευταία Κλήση» προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή Tanweer.