9:37
25/6

Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #8: Χιλή 1962, η χαρά του κόσμου

Μικρές και μεγάλες ιστορίες που ενώνουν τον θρύλο με την πραγματικότητα, ντοκιμαντέρ που βλέπουν πέρα από τις γραμμές του γηπέδου, ποδοσφαιριστές-ηθοποιοί και η αθέατη σχέση του αθλήματος με την πολιτική. Η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μέσα από ένα κινηματογραφικό πρίσμα. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Η επιστροφή της διοργάνωσης μετά από 12 χρόνια στην Ν. Αμερική, παραλίγο να μην συμβεί καθώς το 1960 στη Χιλή (που είχε πάρει ήδη το χρίσμα) συνέβη ο μεγαλύτερος σεισμός που έχει καταγραφεί στην σύγχρονη ιστορία (9.5 Ρίχτερ) προκαλώντας πολλά προβλήματα στη χώρα. Η πολιτεία, αντί να ξεφορτωθεί το Μουντιάλ, το είδε ως το ιδανικό κίνητρο προς τους πολίτες για την αναστήλωση της χώρας, κάτι που τελικά δούλεψε και το 1962 όλα ήταν έτοιμα για τη διοργάνωση, που τουλάχιστον οργανωτικά στέφθηκε με επιτυχία. Στα γήπεδα όμως το θέαμα έπεσε κατακόρυφα, ο μέσος όρος των γκολ ήταν πολύ χαμηλότερος σε σχέση με το παρελθόν, ο πρώτοι σκόρερ είχαν μόλις 4 γκολ (από τα 13 του Φοντέν το 1958), ενώ τα πολύ σκληρά και αντιαθλητικά μαρκαρίσματα επέφεραν τραυματισμούς σπουδαίων παικτών, επεισόδια και την ανάγκη για πειθαρχική αυστηρότητα από την FIFA, που οδήγησε σύντομα στην καθιέρωση της κίτρινης και κόκκινης κάρτας. 

Σημείο αναφοράς στην εντός γηπέδου βιαιότητα ήταν η «Μάχη του Σαντιάγκο», όπως ονομάστηκε το ματς της Χιλής με την Ιταλία για τη φάση των ομίλων. Δύο αποβολές Ιταλών, ατιμωρησία σε δολοφονικά χτυπήματα των Χιλιανών, επεμβάσεις την αστυνομίας και τελικά δύο γκολ στο τέλος της Χιλής που βοήθησαν στο να τελειώσουν όλα ομαλά, περιείχε αυτός ο αγώνας που συχνά ψηφίζεται ως σήμερα ως το χειρότερο ματς που έγινε ποτέ σε τελική φάση Μουντιάλ. Το συγκεκριμένο όμως ήταν απλά ένα από τα πολλά άσχημα περιστατικά που συνέβησαν. Από τα δυνατά μαρκαρίσματα δεν γλύτωσε ούτε ο Πελέ που τραυματίστηκε στον δεύτερο αγώνα και δεν συνέχισε την διοργάνωση ενώ τα χειρότερα συνέβησαν στον Ντουμπίνσκι της Σ. Ένωσης. Δέχτηκε χτύπημα που του προκάλεσε διπλό κάταγμα κνήμης-περόνης, δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την βλάβη του ομαλά και εφτά χρόνια αργότερα πέθανε από μόλυνση στο ίδιο σημείο. Οι σκληρές ομάδες της Χιλής και της Γιουγκοσλαβίας έφτασαν με αυτό τον τρόπο παιχνιδιού στα ημιτελικά, εκεί που η ανωτερότητα της Βραζιλίας και της Τσεχοσλοβακίας τις εξουδετέρωσε. Στον τελικό, οι Τσεχοσλοβάκοι προηγήθηκαν νωρίς, αλλά όπως και στη Σουηδία έτσι και τώρα οι Βραζιλιάνοι ανέτρεψαν γρήγορα την κατάσταση και με το τελικό 3-1 έγιναν η δεύτερη (και τελευταία ως σήμερα) εθνική ομάδα, μετά την Ιταλία, που κατέκτησε το τρόπαιο για δεύτερη συνεχόμενη φορά. 



Αν στις κατακτήσεις του 1958 και του 1970 το όνομα του Πελέ ακούστηκε περισσότερο, το Μουντιάλ του 1962 έχει τη σφραγίδα του Γκαρίντσα. Οι δυο τους άλλωστε, ακόμη μέχρι και σήμερα, εκφράζουν δυο διαφορετικές εκδοχές του βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή. Ο Πελέ με την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής καριέρας του, αλλά και με τις επιλογές του μετά το τέλος της, εξέφραζε τον επαγγελματισμό χάρη στον οποίο ανέβηκε ψηλά στην ιεραρχία της αθλητικής αλλά και πολιτικής εξουσίας. Ο Γκαρίντσα αντιθέτως αδυνατούσε να δει το ποδόσφαιρο ως επάγγελμα. Πιθανά και να μην μπορούσε. Παραλίγο να μην κληθεί στην εθνική όταν απέτυχε να περάσει κάποια στοιχειώδη τεστ νοημοσύνης, ενώ ήδη είχε καταφέρει να ξεπεράσει σωματικές ανωμαλίες. Η σπονδυλική του στήλη ήταν παραμορφωμένη και το αριστερό του πόδι λίγους πόντους κοντύτερο από το δεξί, όμως κατάφερε να μετατρέψει αυτές τις ανωμαλίες σε προτερήματα. Έγινε διάσημος για τις ντρίμπλες του, καθώς η περίεργη κλίση του σώματός του ξεγελούσε μονίμως τους αμυντικούς, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως φαντεζί παίκτης και σε συνδυασμό με τη λαϊκή του καταγωγή έγινε ο πιο αγαπημένος παίκτης μέσα στα σύνορα της Βραζιλίας, παίρνοντας το προσωνύμιο Alegria de Povo (η χαρά του κόσμου).



Αυτός ήταν και ο τίτλος του εντυπωσιακού ντοκιμαντέρ που γύρισε το 1963 ο Χοακίμ Πέντρο ντε Αντράντε και περιέγραφε μαγικές στιγμές που προσέφερε στο γήπεδο ο Γκαρίντσα, με αρκετό υλικό από τα Μουντιάλ του 1958 και 1962. Το φιλμ εστιάζει, πέρα από την εντυπωσιακή τεχνική του, στα παιδικά του χρόνια και μιλά με την οικογένεια του, με φίλους και συμπαίκτες. Βέβαια εφόσον γυρίστηκε στα χρόνια της μεγάλης ακμής του παίκτη, παραμένει ένα γνήσιο ποδοσφαιρικό πανηγύρι, όπως ακριβώς έβλεπε το άθλημα δηλαδή ο Γκαρίντσα. Περισσότερες λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα του, την εξάρτηση που είχε με το αλκοόλ και τα προβλήματα της ζωής του έξω από το ποδόσφαιρο, περιέχει ένα δράμα του 2003 του Μίλτον Αλενκάρ με τίτλο «Garrincha - Estrela Solitária» (Γκαρίντσα – Μοναχικό Αστέρι, η ελληνική του απόδοση). Η ταινία του Αλενκάρ έχει μηδαμινή ποδοσφαιρική δράση και περιγράφει περισσότερο με κουτσομπολίστικη ματιά την εξωγηπεδική ζωή του παίκτη, τις εκτός γάμου σχέσεις του και τον αλκοολισμό. 

Ο Γκαρίντσα πέθανε το 1983, χωρίς να κάνει κάτι ιδιαίτερο μετά το τέλος της καριέρας του, επιβεβαιώνοντας αυτούς που έλεγαν πως ήταν απλά ένα παιδί που του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο και τίποτα παραπάνω. Για τη χαρά του κόσμου. 

Διαβάστε ακόμη:
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #7: Σουηδία 1958, η απόλυτη θεωρία συνωμοσίας
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #6: Ελβετία 1954, το θαύμα της Βέρνης 
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #5: Βραζιλία 1950, το έγκλημα του Μπαρμπόζα​
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #4: Παταγονία 1942, το Μουντιάλ που δεν έγινε ποτέ. Ή μήπως έγινε; 

Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #3: Γαλλία 1938, το χαμένο φιλμ και η ντροπή της FIFA
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #2: Ιταλία 1934, η ομάδα-θαύμα που αγάπησαν οι διανοούμενοι​
Μουντιάλ στο ΣΙΝΕΜΑ #1: Ουρουγουάη 1930, ταξίδι στο Νέο Κόσμο