Παίζει Ακόμα;
Is This Thing On?
Ο πολυετής γάμος του Άλεξ και της Τες παύει φιλικά μετά από χρόνια αφήνοντας τον Άλεξ σε κατάσταση αποσύνθεσης την οποία μια απρόσμενη βραδιά του ως stand up κωμικού φρενάρει. Η κωμωδία, η ζωή και τελικά η αγάπη δεν παύουν ποτέ να γράφουν το σενάριο και ο Μπράντλεϊ Κούπερ σε μια (φαινομενική) αλλαγή σκηνοθετικής πλεύσης είναι εκεί να το καταγράψει.
Σε ένα πρώτο μισό που μπαίνεις σε πειρασμό να πεις ότι χρονοτριβεί –αν όχι πελαγοδρομεί- ο Μπράντλεϊ Κούπερ και οι σεναριο-συνεργάτες του (ο καλός Γουίλ Αρνέτ ειδικά που έχει και το βάρος του πρωταγωνιστικού ρόλου) έχουν καταφέρει με σοβαρή ακρίβεια να συλλάβουν για λογαριασμό μιας χολιγουντιανής μετάφρασης ένα μεσήλικο ανδρικό βλέμμα. Όχι απαραίτητα κάθε άνδρα. Αλλά εκείνου που δεν αποτίναξε έγκαιρα το αγόρι από μέσα του, του λίγο σκωπτικού, λίγο μελαγχολικού, λίγο απροπόνητου στην έκφραση των συναισθημάτων, λίγο απ’ όλα και τελικά αρκετά παραπάνω στην υποσυνείδητα ρομαντική θεώρηση του παρόντος ως ισχνού κατοπτρισμού του ιδεώδους παρελθόντος. Πιο απλά, του άνδρα που αρνήθηκε να μεγαλώσει ενόσω όμως διέπραξε όλες τις αμαρτίες της ενηλικίωσης πρώτη εκ των οποίων «η σοβαρή σχέση», ο γάμος, το σύμβολο της αληθινής αγάπης τέλος πάντων προς τον άνθρωπο που διάλεξε να χαρίσει τη ζωή του.
Από το παραπάνω γεννιούνται δυνητικά πλήθη εκθέσεων ιδεών, που με διαβολεμένη χάρη θα παρακάμψω για να μείνω στο πραγματικό (και κάπως απωθητικά συντομότερο), όπως τα συνέλαβα, ζητούμενο της ταινίας. Το οποίο είναι η δημιουργία μιας αφήγησης που ενώ έκδηλα ανατέμνει ένα ανδρικό βλέμμα, στην πραγματικότητα, έχοντας παραδώσει από νωρίς τα γκέμια της ωριμότητας στην θηλυκή πλευρά, ανασυνθέτει μια πλήρως αίσια (και χολιγουντιανά έγχρωμη) διαδρομή προς το φως της κοινής πορείας, της επανασύνδεσης, της αγάπης. Με άλλα λόγια μια ταινία την οποία διαφεντεύει η πεποίθηση ότι το αγορίστικο είναι μια αρσενική πάθηση-σκόπελος κανονικός στην συνύπαρξη. Όταν υπερπηδηθεί από τον…ένοχο, έχουμε νικήτρια σχέση.
Σε αυτό το κάπως απρόσμενο…Re-Marriage Story που θέλησε να στήσει ο Κούπερ για τρίτη ταινία του – και η ταινία του Μπάουμπακ αντιπροσωπεύεται εδώ από την Λόρα Ντερν σε μια αξιοπρεπή ερμηνεία – ο γυναικείος ρόλος υφίσταται ανέγγιχτος κριτικής. Είναι εκεί, όπως συχνά οι γυναίκες κατά την στερεοτυπική ανδρική αποτίμηση, για να επισημάνει τις αδυναμίες, να εντοπίσει το πρόβλημα, να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει αναλόγως της περίστασης. Αν πας με μια άλλη αλλά πεις δημόσια ότι μετά το σεξ σου έλειψε η πρώην σου, έως και που επισύρεις την επιβράβευση ενός νικηφόρου post break-up σεξ. Αν κάνεις, ως παρορμητικό αγόρι, γιγαντοαφίσα την δόξα του παρελθόντος της (η ανταγωνιστική/πρωταθληματική της ανάγκη να νικά παντού διαρκώς επίσης δεν απασχολεί ποτέ κριτικά το σενάριο), διέπραξες ολέθριο ρομαντισμό περιπτέρου, εκείνη θα είναι εκεί να σου υπενθυμίσει ότι πάλι κάτι λάθος έκανες, «δεν αγαπάς αυτό που είμαι, λατρεύεις αυτό που ήμουν». Κι όταν θα κατέβεις στην αρένα του stand-up, πιωμένος και δακρυβρεγμένος να ωρύεσαι για εκείνη την φριχτή στάση του (όποιου) ώριμου να μην θέλει στ’ αλήθεια να σε βλέπει ευτυχισμένο (που στο κάτω-κάτω δεν είναι και προνόμιο ενηλικίωσης, λένε), θα έρθει η ταινία, εμμέσως, να τα βγάλει όλα αυτά ντεμοντέ machismo που οδηγεί στη μονάδα παρά στο επιστέγασμα του διδύμου.
Μολαταύτα, αφήνοντας και λίγο κατά μέρος της κριτικές ζωής και ανακουφίζοντας το βλέμμα σε κριτικές κινηματογράφου, ο Κούπερ αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι ξέρει καλά να φτιάχνει ταινία. Αλλάζει δραστικά στυλ, παίρνει την κάμερα στο χέρι, πλησιάζει πολύ στο πρόσωπο και μένει εκεί, κρατά τις σκηνές «αντι-αμερικανικά» (κρατώντας χρόνο αρκετά αφ’ ότου η δράση της σκηνής έχει τελειώσει), «νεανικοποιεί» συνολικά το γύρισμά του – πράγμα ίσως και λογικό μετά την ακαδημαϊκή οριακότητα της προηγούμενης ταινίας του. Μοιάζει με κάποιον που έχει κρατήσει σημειώσεις από κάθε άξιο σκηνοθέτη ταινίας που τον ανέδειξε 25 χρόνια τώρα, σαν ένας σινε-ερευνητής-λοιμωξιολόγος που έχει φτιάξει ένα εμβόλιο-νικητή, που έχει διηθίσει το απόσταγμα μιας εμπειρίας στο σύστημα ιδεών που συγκροτεί τον ίδιο και έχει μια μεγάλη άνεση να κάνει αυτό που θέλει αποτελεσματικά.
Στο καλό σενάριο, η ταινία αυτή θα είναι ένα πολυτελές διδακτικό σκαλοπάτι που θα προϋπαντήσει ένα αληθινά μεγάλο επόμενο βήμα
Δεν θα συμφωνήσω στο ότι έχει μάθει και να αφαιρεί όσο να επισυνάπτει –και αυτό είναι ένα πρόβλημα όταν αντλείς από τον Γούντι Άλεν ή από τον Κασαβέτη που είναι ινδάλματα οικονομίας. Από τις τρεις πρώτες δουλειές του, με τις δύο πρώτες (A Star is Born και Maestro) έκδηλα πιο μεγαλεπήβολες (και ανώτερες), αυτή είναι η πρώτη φορά που έπρεπε να είναι πιο λιτός. Όχι στο ντεκουπάζ επιμέρους σκηνών, όπου ενίοτε αποδεικνύεται ζηλευτός, στο μοντάζ ως δείκτη μιας συνολικής αίσθησης του έργου στο οποίο ο ρυθμός εξυπηρετείται συστηματικά από ουσιώδεις σκηνές και δεν χασομερά σε αυτοσχεδιασμούς προς χάρη μιας «ατμόσφαιρας». Δικαιολογείται, μιας και είναι εύκολο να φωλιάσει η αίσθηση ότι δεν έχεις μεγαλώσει αρκετά το έργο ώστε να δικαιώνει την παρουσία του στην φιλμογραφία σου, αλλά παραμένει ένα πρόβλημα. Είναι ωστόσο ένα από εκείνα τα ωραία προβλήματα, «έντασης» τα λέμε στην κριτική, του δημιουργού σε σχέση με το υλικό του αλλά και την ευρύτερη θέση του. Στο καλό σενάριο, η ταινία αυτή (παρότι ουδείς έμαθε/κατάλαβε/χάρηκε όταν βγήκε στις ΗΠΑ) θα είναι ένα πολυτελές διδακτικό σκαλοπάτι που θα προϋπαντήσει ένα αληθινά μεγάλο επόμενο βήμα.











