Εθνικός Θησαυρός
Kokuhô
Η ιστορία ενός χαρισματικού νεαρού ηθοποιού που μένει ορφανός και υιοθετείται από έναν θρύλο του Καμπούκι. Όμως ο τελευταίος έχει και έναν γιο που όπως ορίζει η παράδοση οφείλει να γίνει ο συνεχιστής του. Τα δύο παιδιά θα αναπτύξουν μια ανταγωνιστική μα και συμπληρωματική σχέση που θα διασχίσει το 2ο μισό του 20ού αιώνα. Μια ρωμαλέα saga μεγάλης συγκινησιακής φόρτισης που έγινε μια από τις μεγαλύτερες live action εμπορικές επιτυχίες του ιαπωνικού κινηματογράφου. Σημαντικότερα, μια ταινία-σταθμός, όχι χωρίς αδυναμίες, που πάντως υπερκαλύπτονται από τον δραματουργικό, αφηγηματικό κι αισθητικό όγκο της.
Μια ταινία τριών ωρών, που εξάσκησε τους άσχετους με την θεατρική φόρμα του Καμπούκι (παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο) ηθοποιούς της επί ενάμισι χρόνο, που διασκεύασε ένα βιβλίο 800 σελίδων εξαντλητικής μελέτης ενός κομματιού του θεατρικού ιαπωνικού πολιτισμού και που τελικά επιχειρεί μια δική της, πολύμορφη επιθεώρηση της Ζωής και της Τέχνης σε μια χώρα δομημένη πάνω στην πολυτάραχη μακραίωνη ιστορία της, δεν μπορεί να προσεγγιστεί αναλογικά σε ένα περιορισμένων διαστάσεων κριτικό κείμενο. Αυτό που θα επιχειρηθεί, με την επιείκεια του φιλοθεάμονος αναγνώστη, είναι μια συνοπτική κατά το δυνατόν περιγραφή της λειτουργίας της. Λειτουργίας που, ευδιάκριτα και μετρήσιμα, συγκίνησε πλήθη. Ωστόσο, για να επιτευχθεί η συγκίνηση αυτή, χρειάζονται κάποια υλικά που δεν μπορεί παρά να φέρει και ο θεατής στην σχέση του με την ταινία. Αν αποτύχει, τότε και η ταινία θα αποτύχει. Πράγμα εν μέρει αναμενόμενο στο δικό μας ημισφαίριο, το τόσο μακρινό και, πράγματι, αποκομμένο από αξίες και πολιτισμική εννόηση τα οποία στην Άπω Ανατολή, καθώς φαίνεται, υφίστανται ακόμη κραταιά.
Για να απολαύσει κανείς το συναισθηματικό έπος του Λι Σανγκ-ιλ [...] θα πρέπει να αφήσει στην άκρη εγγενείς κριτικές αποσκευές του δικού μας κόσμου και της δικής μας εποχής
Στην υλιστική, εξαιρετικά βιαστική και στην ψυχή της πια παρακμιακά εργαλειακή Δύση, όλα τους χαρακτηριστικά μολυσματικά γενικώς (άρα και στην κυρίαρχου ρεύματος κριτική θεώρηση), η ταινία θα φαντάξει μελοδραματική, ποταμιαία, υπερσυναισθηματική, στομφώδης, συντηρητική, άνιση (αυτή η πάγια ατεκμηρίωτη λέξη), ίσως ακόμα και «ξενική», με την (πλήρως κατανοητή) έννοια του πολιτισμικά απόμακρου με το οποίο δεν είναι εφικτό κανείς να συνδεθεί εύκολα.
Για να απολαύσει κανείς το συναισθηματικό έπος του Λι Σανγκ-ιλ, αλλά και για να εντοπίσει πόση πνευματικότητα («εγκεφαλικότητα» θα ήταν σχεδόν υβριστικό) περικλείει, θα πρέπει να αφήσει στην άκρη εγγενείς κριτικές αποσκευές του δικού μας κόσμου και της δικής μας εποχής. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι αυτό, ασφαλώς και για την περίπτωση του υπογράφοντος. Κρίνοντας μόνο από τον βαθμό της συγκίνησης εκτιμώ πως παρέμεινα σχετικά αδέσμευτος από λέξεις (δηλαδή σκέψεις) που αναμενόμενα φύτρωναν στο κεφάλι μου.
Συνδυάζει στην εντέλεια την παθιασμένη διαπασών με τον συναισθηματικό ψίθυρο
Η δημιουργία μελετά μια σχέση υπαγωγών αναγνωρίσιμα ιαπωνική, ακόμα και από σπουδαίες δημιουργίες των μεγάλων κινηματογραφικών εποχών της χώρας (χονδρικά από το 1940 μέχρι το 1970). Είναι η υπαγωγή του Ατόμου, έμπρακτα, στην κοινωνική του τάξη και έμφυτα (;) στην επιθυμία μιας παραπάνω έκφρασης, της δια μέσω της Τέχνης εφικτής. Η υπαγωγή ως εδώ θα ήταν οικουμενική. Στην Ιαπωνία εξακολουθεί και ανελίσσεται σε κάτι που από τη μια επιστρέφει στην αρχική αλυσίδα της καταγωγής και από την άλλη υποχρεώνεται στην έννοια της Παράδοσης. Ήδη λοιπόν η ιστορία αιχμαλωτίζεται έξοχα ανάμεσα σε λογιών διελκυστίνδες. Δεν είναι μόνο οι προαναφερθείσες. Προστίθεται και η φυλετική. Ήδη από τις απαρχές του, στα βάθη του 17ου αιώνα, το Καμπούκι είναι μια μορφή Θεάτρου αποκλειστικά εξασκούμενη από άνδρες ηθοποιούς. Οι οποίοι καλούνται να υποδυθούν, κατά τον τεχνικά περίπλοκο και ηθογραφικά δαιδαλώδη τρόπο του Καμπούκι, και τους γυναικείους ρόλους. Οι onnagata ήταν (και είναι) οι άρρενες ηθοποιοί που καλούνται να πετύχουν την θηλυπρέπεια στο Καμπούκι. Άλλη μια διελκυστίνδα λοιπόν.
Στην ιστορία της ταινίας, μέσα από έναν σκηνογραφικό παροξυσμό αναπαραστάσεων περίφημων έργων του Καμπούκι και μια αφήγηση οργιώδη που περιστασιακά κοντεύει να λυγίσει από το βάρος της διάρκειας, της έντασης, του μελοδράματος, όλων δηλαδή των δομικών στοιχειών μιας saga, κι όλο καταφέρνει να βρίσκει αέρα στα πνευμόνια της και να δυναμώνει τον ιστό της, η κύρια ιστορία είναι αυτή της διαδρομής ενός ξένου, ενός ταξικά ανυπόληπτου, ενός δίχως «αίμα Καμπούκι» στις φλέβες του, να εισβάλει σε μια κοινωνία που τον εξαιρεί, να «συμφωνήσει με τον Διάβολο» και να καταστεί ο μπάσταρδος μεν, απλησίαστος δε καλλιτεχνικά παραδοσιακός θεατρικός ερμηνευτής στην χώρα. Στην διαδρομή η Θυσία των πάντων στο διάβα του είναι ο ένας πόλος. Από την άλλη μεριά υπάρχουν η «επίκτητη» Μοίρα, οι ανθρώπινες μικρότητες, η Οικογένεια. Όλα τους, εξού και τα εισαγωγικά στον χαρακτηρισμό της Μοίρας, αποτέλεσμα ενός δρόμου ασφαλτοστρωμένου (ή σκληρά χωμάτινου) από την αδυσώπητη Παράδοση. Η πράξη του, λογαριάζοντας το βάρος της τελευταίας, έχει κάτι το προμηθεϊκό. Και κάθε επίτευξη έρχεται αντάμα με την τιμωρία. Και κάθε τιμωρία, γιατί οι κύκλοι και τα φαντάσματα στην ταινία είναι ανάλογα της ποταμιαίας (είδατε;) διάρκειας θα έχει την δική της λύτρωση. Γιατί έπος δίχως λύτρωση δεν λογαριάζεται.
Μια σπουδαία σύνθεση λαϊκής ψυχαγωγίας και υψηλής τέχνης
Όλα τα παραπάνω, έστω έτσι κάπως πρόχειρα παρουσιασμένα, συνιστούν ήδη έναν θρίαμβο, κυρίως θεματικής υφής. Ενδεχομένως «ενοχοποιούνται», έτσι άψογα που τα έχει σκηνοθετήσει ο Σανγκ-ιλ, και για την εμπορική επιτυχία της ταινίας. Θα αποτολμούσα, ωστόσο, έναν άλλον λόγο, καθαρά αισθητικό, για την συνολική της επιτυχία. Συνδυάζει στην εντέλεια την παθιασμένη διαπασών με τον συναισθηματικό ψίθυρο. Είναι ταυτόχρονα μια ταινία που έχει την καρδιά της στην παλάμη προτείνοντάς την, και μια εντυπωσιακά εσωστρεφής δημιουργία με στιγμές που αν δεν συντονίστηκες (ή ξεχάστηκες στον εσωτερικό μονόλογο της κριτικής σου) θα τις χάσεις. Με τον τρόπο αυτό ο Σανγκ-ιλ πετυχαίνει κάτι θεόρατο. Μεταφράζει κινηματογραφικά το ίδιο το Καμπούκι. Αυτό το αρραγές κομμάτι εικαστικής τέχνης που εμπεριέχει μια τρομερή ψυχική ένταση, με ασύσπαστο πρόσωπο. Που εξυφαίνει το μεγαλύτερο ανθρώπινο δράμα με την ελάχιστη χειρονομία. Που συνθέτει ένα καταπληκτικό τοπίο (όχι τυχαία αυτό που αναζητά ο πρωταγωνιστής) με μια σιωπή «νοθευμένη» από ασυνήθιστες κλίμακες κρουστών ήχων και προσποιητών (αλλά μήπως κεκαλυμμένα ενστικτωδών;) φωνών.
Και μόνο για αυτή του την επιτυχία, ένα απαύγασμα γενικής τονικής συγκρότησης, θα υποβαθμίσω μια φωτογραφία κάποτε προκλητικά κρυστάλλινη, ορισμένες στιγμές που το ντεκουπάζ όφειλε μια παραπάνω οικονομία, ακόμα και κάποιους ήχους (στους τίτλους τέλους αν είναι δυνατόν…) που δεν ανήκουν στο σύμπαν της ταινίας - όπως το αντιλαμβάνομαι. Και πάλι όμως, μπρος σε τέτοια σύνθεση λαϊκής ψυχαγωγίας και υψηλής τέχνης, ακόμα και δια μέσω μιας τεχνολογίας που παραμένει πιο ευκρινής απ’ όσο θα έπρεπε, θα προτιμήσω τον ακηλίδωτο ύμνο.











