Oasis: Don't Look Back in Anger
Oasis: Don't Look Back in Anger
Μια καλή, καλοφτιαγμένη και συχνά απολαυστική μουσική ταινία, αλλά όχι το σπουδαίο ντοκιμαντέρ που θα μπορούσε να είναι.
Υπάρχουν κινηματογραφικά γεγονότα που μοιάζουν σχεδόν αδύνατο να τα αντιμετωπίσει κανείς ψύχραιμα. Η επανένωση των Oasis, δεκαέξι χρόνια μετά τη διάλυση του συγκροτήματος και την περίφημη ρήξη των αδελφών Λίαμ και Νόελ Γκάλαχερ, υπήρξε ακριβώς ένα από αυτά. Η επιστροφή τους στη σκηνή το 2025 δεν ήταν απλώς μια ακόμη reunion tour ενός δημοφιλούς βρετανικού συγκροτήματος, αλλά ένα μαζικό πολιτιστικό φαινόμενο, φορτισμένο με νοσταλγία, μύθο και την αίσθηση ότι κάτι που θεωρούσαμε οριστικά χαμένο επέστρεφε, έστω προσωρινά, στη ζωή μας. Το «Oasis: Don’t Look Back in Anger» των Γουίλ Λαβλέις και Ντίλαν Σάουδερν επιχειρεί να αποτυπώσει αυτή την επιστροφή, επιλέγοντας τελικά περισσότερο να τη γιορτάσει παρά να την εξετάσει.
Και αυτό είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αρετή και η βασικότερη αδυναμία της ταινίας.
Οι Λαβλέις και Σάουδερν δεν είναι άπειροι στο συγκεκριμένο είδος. Έχοντας συνυπογράψει το «No Distance Left to Run» για τους Blur και το «Shut Up and Play the Hits» για τους LCD Soundsystem, γνωρίζουν πολύ καλά πώς να μετατρέπουν μια συναυλία σε κινηματογραφικό γεγονός. Εδώ έχουν στη διάθεσή τους ένα σχεδόν ιδανικό υλικό: ένα συγκρότημα που επιστρέφει έπειτα από χρόνια, δύο αδελφούς με μια από τις πιο διάσημες και ταραχώδεις σχέσεις στην ιστορία της rock μουσικής και ένα κοινό που αντιμετωπίζει κάθε εμφάνιση σαν ιστορική στιγμή. Η ταινία εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά αυτή τη δυναμική, συνδυάζοντας ζωντανές εμφανίσεις, backstage υλικό, πρόβες, συνεντεύξεις και πλάνα από τους θαυμαστές σε διάφορα σημεία της παγκόσμιας περιοδείας.
Όταν όμως το «Don’t Look Back in Anger» αφήνει τη μουσική, αρχίζουν να φαίνονται οι περιορισμοί του. Η μεγάλη δραματουργική προϋπόθεση της ταινίας είναι, φυσικά, η συμφιλίωση των Λίαμ και Νόελ. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να διερευνήσει πώς αυτή επιτεύχθηκε. Η περίφημη σύγκρουση που οδήγησε στη διάλυση των Oasis το 2009 παρουσιάζεται συνοπτικά, ενώ η διαδικασία που οδήγησε τους δύο αδελφούς πίσω στην ίδια σκηνή παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός κάδρου. Υπάρχουν στιγμές έντασης στις πρόβες και μια διαρκής αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση, αλλά η κάμερα αποφεύγει συστηματικά να εισχωρήσει πραγματικά στη σύγκρουση.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ταινία να μοιάζει περισσότερο με επίσημη αφήγηση θριάμβου παρά με ένα πραγματικά αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ. Οι Γκάλαχερ παρουσιάζονται σε μια εξαιρετικά ελεγχόμενη εκδοχή του εαυτού τους. Ιδίως σε ό,τι αφορά τη σχέση τους, υπάρχουν περισσότερα υπονοούμενα παρά απαντήσεις. Το γεγονός ότι βλέπουμε τους δύο άνδρες να συνυπάρχουν, να αστειεύονται και τελικά να ανεβαίνουν μαζί στη σκηνή έχει αναμφίβολα συναισθηματική δύναμη, αλλά ο κινηματογραφικός μηχανισμός που οδήγησε σε αυτή τη λύτρωση παραμένει μυστηριωδώς αδιευκρίνιστος.
Εκεί όπου η ταινία είναι πραγματικά δυνατή είναι στις συναυλιακές σκηνές. Οι μεγάλες επιτυχίες των Oasis λειτουργούν σχεδόν αυτόματα ως δραματουργικά εργαλεία. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να καταλάβουμε γιατί το «Wonderwall», το «Champagne Supernova» ή το «Don’t Look Back in Anger» εξακολουθούν να προκαλούν τόσο έντονη αντίδραση. Η σκηνοθεσία καταφέρνει να μεταδώσει τον όγκο και την ενέργεια των εμφανίσεων, ενώ η εξαιρετική φωτογραφία και ο σχεδιασμός του ήχου ενισχύουν την αίσθηση ότι παρακολουθούμε κάτι μεγαλύτερο από μια απλή συναυλία.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι οι σκηνοθέτες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στους Oasis. Μεγάλο μέρος της ταινίας αφιερώνεται στους ανθρώπους που παρακολουθούν την περιοδεία. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και εθνικοτήτων μιλούν για τη σχέση τους με τη μουσική του συγκροτήματος, μετατρέποντας σταδιακά το φιλμ από πορτρέτο μιας μπάντας σε πορτρέτο μιας κοινότητας. Αυτή η επιλογή είναι συχνά συγκινητική, επειδή υποδεικνύει ότι η πραγματική σημασία μιας μουσικής δεν βρίσκεται μόνο στους δημιουργούς της αλλά και στις ζωές που επηρεάζει.
Ωστόσο, η υπερβολική συναισθηματική επιμονή λειτουργεί κάποιες φορές εις βάρος της ταινίας. Το «Don’t Look Back in Anger» γνωρίζει από την αρχή ότι η ιστορία του είναι συγκινητική και συχνά μοιάζει να προσπαθεί να μας υπενθυμίσει διαρκώς πόσο συγκινητική θα έπρεπε να είναι. Η νοσταλγία, η συμφιλίωση, η επανένωση των γενεών και η «θεραπευτική» δύναμη της μουσικής επανέρχονται ξανά και ξανά, μέχρις ότου ο αυθόρμητος συναισθηματισμός δίνει σε σημεία τη θέση του σε κάτι πιο κατασκευασμένο.
Παρά τα προβλήματά της, πάντως, η ταινία διαθέτει μια σημαντική αρετή: καταλαβαίνει γιατί οι Oasis εξακολουθούν να έχουν σημασία. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει ότι το συγκρότημα υπήρξε το σπουδαιότερο της γενιάς του. Αρκεί να παρατηρήσει τι συμβαίνει όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν τα ίδια τραγούδια μαζί. Σε αυτές τις στιγμές το ντοκιμαντέρ ξεφεύγει από το επίπεδο της μουσικής βιογραφίας και γίνεται μια ταινία για τη μνήμη, τη συλλογικότητα και την ανάγκη του ανθρώπου να ξαναβρεί κάτι που πίστευε ότι είχε χάσει.










