Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ
Σε πείσμα του τρέχοντος ρεύματος της εγχώριας κινηματογραφίας, που μοιάζει να κυνηγά πρωτίστως τη φεστιβαλική διάκριση και να προσαρμόζει τη γλώσσά και τη φόρμα της αναλόγως, ο Γιώργος Γεωργόπουλος επιλέγει τον μοναχικό (μα τόσο απαραίτητο για τη βιωσιμότητα του ελληνικού σινεμά) δρόμο της ταινίας είδους και παραδίδει μια πραγματικά καλή αθλητική ταινία.
H Πάττυ, που «έχει πολύ κοριτσίστικο όνομα» και ξεφορτώνεται την τσίχλα της σαν παιδί, κάτω από έπιπλα, είναι ένα ταλέντο του τζούντο από την Ικαρία. Ο Γιούρι, άλλοτε προπονητής πρώτης γραμμής και πλέον στην αφάνεια για αδιευκρίνιστους λόγους, την εντοπίζει και την προσκαλεί στην πειραιώτικη ομάδα του. Έτσι, η ηρωίδα θα φύγει για πρώτη φορά από τον μικρόκοσμό της, θα βελτιώσει την τέχνη της, θα ερωτευτεί, θα πληγωθεί, θα μάθει ότι η εμπιστοσύνη κερδίζεται –αμφίδρομα, προφανώς- και ότι μεγαλύτερη αρετή από τον πρωταθλητισμό είναι η καλοσύνη, θα διεκδικήσει μια θέση στο προ-ολυμπιακό τουρνουά και, κυρίως, την ενηλικίωσή της, την οποία θα πετύχει με τους δικούς της όρους - έκτακτο το punchline της ταινίας.
Τα παραπάνω περιγράφουν μεν το ταξίδι της κεντρικής ηρωίδας – τι συμβαίνει στην ταινία, κοινώς- όχι όμως και τον τρόπο της δημιουργίας του Γιώργου Γεωργόπουλου, που καταφέρνει να μεταγράψει τη γνώριμη συνταγή του αθλητικού underdog story στο εγχώριο σινεμά, δίχως το αποτέλεσμα να μοιάζει ποτέ ξενόφερτο ή δανεικό, ακόμα κι αν το μοντάζ προπόνησης έχει προφανή αναφορά – βρέθηκε εγχώριο άσμα ανάλογο του «Eye of the Tiger» άσμα που, αναπόφευκτα, θα προκαλέσει συνθήκες κερκίδας στην αίθουσα- όπως και η λογική πίσω από την έκβαση του φινάλε – οι φίλοι μιας αγαπημένης ταινίας τον Τζον Άβιλντσεν και Σιλβέστερ Σταλόνε θα χαμογελάσουν στοργικά.
Οι αγωνιστικές σκηνές έχουν νεύρο, είναι γυρισμένες με μονοπλάνα αλά Ράιαν Κούγκλερ στο «Creed», τα πρόσωπα είναι διαλεγμένα ένα προς ένα για τον κινηματογραφικό τους μαγνητισμό, η κατακτημένη δωρικότητα του Βαγγέλη Μουρίκη εδώ εμπλουτίζεται με το υπόκωφο συναισθηματικό υπόστρωμα ενός τεράστιου «γαμώτο», όχι για όσα συνέβησαν, όσο για την διάφορη στάση της φωνασκούσας πλειοψηφίας προς ένα άθλημα για το οποίο ο ήρωας ζει κι ανασαίνει. Η απόπειρα να ενταχθούν δύο βασικές μάστιγες του εγχώριου αθλητισμού στην ίντριγκα γεννά μια ανησυχία εκτροπής του θεάματος, η οποία καταλαγιάζει, καθώς η ενσωμάτωση προκύπτει ομαλή, δίκαιη, ποτέ κακόβουλη, έστω κι αν στο τέλος φαίνεται ότι τον δημιουργό τον έμελλε περισσότερο να δώσει στον ανταγωνιστή της υπόθεσης έναν παραπάνω λόγο για να γίνει αντιπαθής σε εμάς και να στηρίξουμε το underdog μας - αν και είναι σίγουρα μια ενδιαφέρουσα σεναριακή επιλογή ο λόγος αυτός να είναι η οικειοποίηση μιας κατάστασης που δεν τον αφορά. Θέλουμε να γράψουμε περισσότερα επ’ αυτού, αλλά και πάλι οφείλουμε να είμαστε φειδωλοί, για να μην χαλάσουμε την εμπειρία του κοινού που, αν την προτιμήσει στην αίθουσα, δύσκολα θα φύγει δυσαρεστημένο.
Σε μια κινηματογραφία που μοιάζει να κυνηγά φεστιβαλικές διακρίσεις και να αφουγκράζεται τα τρέχοντα φεστιβαλικά ρεύματα – ή το εκάστοτε φεστιβαλικό brand της «ελληνικής ταινίας»- οφείλουμε να αποδώσουμε τα εύσημα σε δημιουργούς που «τολμηρά» επιλέγουν να καταπιαστούν με το αγνό σινεμά είδους και να κάνουν αφηγηματικό σινεμά, σε πείσμα ομοτέχνων τους που, οριακά, λογαριάζουν τη σχετική απόφαση για καλλιτεχνική προδοσία. Και τα οφείλουμε δυο φορές παραπάνω, όταν έχουν γυρίσει μια καλή ταινία είδους και έχουν υπηρετήσει με συνέπεια και ιδιαίτερη κατασκευαστική μέριμνα αυτό τον τύπο σινεμά.











