Άνοδος, πτώση και αιωνιότητα για τους Bee Gees στο ντοκιμαντέρ «How Can You Mend A Broken Heart» ? νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
9:00
24/12

Άνοδος, πτώση και αιωνιότητα για τους Bee Gees στο ντοκιμαντέρ «How Can You Mend A Broken Heart»

Αμαρτία εξομολογουμένη, ουκ έστιν αμαρτία. Για το ντοκιμαντέρ του Φρανκ Μάρσαλ, επί της ιστορίας των θρυλικών (και θρυλικά παρεξηγημένων) Bee Gees, η κριτική είναι κάπως δευτερεύουσα. Αυτό που προέχει είναι η συνεισφορά στην αποκατάσταση της μουσικής τάξης πραγμάτων.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Διότι η συμπλεγματική κακογνωμία δεν εφευρέθηκε με το facebook. Μερικές δεκαετίες πριν, το 1958 (!) οι δίδυμοι Μόρις και Ρόμπιν και ο μόνος επιζών σήμερα Μπάρι Γκιμπ (υπάρχει και τέταρτος αδελφός, ο Άντι, τεράστια, βραχύβια, σόλο επιτυχία αυτός, πρόωρος όμως θάνατος), σύστησαν μια μπάντα που επρόκειτο να γράψει καλλιτεχνική, εμπορική και πολιτισμική ιστορία. Επρόκειτο επίσης να μισηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύψει αποδιοπομπαίος τράγος για ένα είδος μουσικής, αλλά, άκουσον άκουσον, και για την πολυάριθμη συνομοταξία των ακολουθητών της. Ο Άνθρωπος είναι σίγουρα ένα παράξενο είδος.

Το «Bee Gees: How Can You Mend a Broken Heart» του Φρανκ (παραγωγός του Σπίλμπεργκ) Μάρσαλ είχε δύο δρόμους να διαλέξει: Ο πρώτος ήταν να κάνει καλά τη δουλειά του, δείχνοντας την μετεωρική πορεία διπλής πτώσης και τριπλής ανόδου της μπάντας που, σύμφωνα με το Billboard, είναι η αυτή που ακολουθείται από κάθε άλλη της ιστορίας της μουσικής, πλην των Beatles και των Supremes. O δεύτερος ήταν να δείξει την σκοτεινή πλευρά της ιστορίας τους, του πικρού ανταγωνισμού των Μπάρι/Ρόμπιν, των εθισμών, των sexual politics της αντιμετώπισης της disco και, ιδιαίτερα, της ψυχαναγκαστικής, ανθρωποφαγικής σχέσης του κοινού με τα ινδάλματα που το ίδιο δημιουργεί. Προς τιμήν του, διάλεξε ανοιχτά το πρώτο, επιχειρώντας όμως να υπαινιχθεί τα βασικά και του δεύτερου.

Έτσι, το ντοκιμαντέρ είναι αφηγηματικά παρατακτικό, έχει τις κλασικές συνεντεύξεις του (talking heads ελληνιστί) και είναι τυλιγμένο σε σπουδαία ποπ μουσική και βασικές πληροφορίες γνωριμίας με μια μπάντα που…ατύχησε να βασιλέψει όσο περίπου καμμία άλλη για, αθροιστικά, λιγότερο από μια δεκαετία στον απαστράπτοντα κόσμο της ποπ. Σε μια περίοδο μάλιστα, που η ποπ ήταν ένας μοντέρνος πολιτισμικός πυλώνας συνδεόμενος με την λαϊκότητα κατά τρόπο που η τελευταία 20ετία, πρακτικά, αγνοεί.

Έτσι λοιπόν ο λάτρης μπορεί να μην μάθει κάτι που δεν ήξερε, ο ενδιαφερόμενος όμως θα μάθει ότι χρειάζεται για να προσηλυτισθεί. Όχι ότι είναι δύσκολο κιόλας. Από την πρώτη περίοδο (ανάμεσα Beatles και Beach Boys), την δεύτερη (ανάμεσα εγγλέζικο φολκ, prog συνειρμούς και, πάντα αυτό, ουράνιες διφωνίες) και την «disco kings» τρίτη, στην οποία οφείλουν τις ουρανομήκεις επευφημίες και την εκ των έσω σκύλευση (που έγινε μόδα στη συνέχεια), οι Bee Gees έχουν την τραγουδοποιία, την παραγωγική αρτιότητα και το εργασιακό ήθος να κερδίσουν όποιον έχει αυτιά κι ακούει.

Η πρώτη περίοδος ήταν περίοδος μεγάλης εμπορικής επιτυχίας. Την ακολούθησε η ρήξη των αδελφών, μια διετής διακοπή, μια επιστροφή σε έναν μουσικά αλλαγμένο κόσμο, που τους βρήκε πλούσιους αλλά βαθμιαία στην ανυποληψία των παρηκμασμένων κλαμπς. Είσοδος Έρικ Κλάπτον (μιλά στο ντοκιμαντέρ) και Μαϊάμι. Μαζί και μια σταδιακή είσοδος σε έναν ηλιόλουστο rhythm ‘n blues ήχο, όχι άγνωστός τους ήδη από τις αρχές του ’70, που σιγά-σιγά οδηγούσε τότε στην έκρηξη της disco. Δηλαδή της επί το πλείστον gay μουσικής των μειονοτήτων στα υπόγεια κλαμπς της μεγαλούπολης, που σιγά-σιγά μετουσίωνε τον ήχο (με την αρωγή και της soul της Φιλαντέλφια) σε αυτό που θα γινόταν η disco του κυρίως ρεύματος. Είσοδος τέλος και του, περίφημου πια, falsetto του Μπάρι Γκιμπ - «δεν ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω», ισχυρίζεται.

Η μουσική που είχε και την «αχρωματοψία» της και την διάχυτη ομονοούσα χαρά της, ενώ και την χορευτική της απάντηση διέπραττε έναντι του σκληρού ροκ ήχου και του βαρέως, δυτικότροπου progressive. Όταν το 1977 ο «Πυρετός το Σαββατόβραδο» ερχόταν στις αίθουσες, ο κοχλασμός της προηγούμενης διετίας-τριετίας θα γινόταν ηφαιστειώδης. Και οι Bee Gees, αυτοί οι εκνευριστικά ταλαντούχοι τύποι, που έγραφαν επί τόπου τα τραγούδια και σαν καλά αδέλφια τα ερμήνευαν άμεσα και αγγελικά, και στις σεισμικές δονήσεις είχαν συμμετάσχει και για το μεγάλο μπαμ θα ενοχοποιούνταν…

Πώς συνέβη και το 1977 κάνεις έναν δίσκο που δεν υπάρχει άνθρωπος να μην έχει ακούσει (το σάουντρακ του «Πυρετού» είναι το 4ο εμπορικότερο άλμπουμ όλων των εποχών), να συντρίβεις ακόμα και ρεκόρ των Beatles, να βγάζεις επόμενο δίσκο δύο χρόνια μετά, ενώ ο προηγούμενος είναι ακόμα στα charts, να κάνεις την πιο μεγάλη παγκόσμια περιοδεία σου, όλη η Δύση να χορεύει στις μουσικές σου και στην αμέσως επόμενη δεκαετία να είναι σαν μην υπήρξες, είναι από το συναρπαστικά ερωτήματα της ποπ κουλτούρας και της διαχείρισης του κοινού γούστου από τα ΜΜΕ.

Το ντοκιμαντέρ αποδίδει πολλά στην απέχθεια που είχε γεννήσει η disco από «τους απέναντι» της ροκ, υπαινίσσεται την ομοφοβικότητα του λευκού κατεστημένου, μιλά και για την καπιταλιστικά κινούμενη εξόντωση του είδους από φρικτά discoειδή σκευάσματα. Δεν αναφέρει τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές χροιές που περιπλέκουν την σχέση του κοινού με τα ινδάλματα, της «επιτυχίας» και της κατασκευής της, τον επίκτητο κανιβαλισμό. Καλώς, διότι το θέμα θα ξέφευγε πέρα από την βιογραφική στόχευση.

Εκείνο που όφειλε να μείνει, και επετεύχθη, είναι η αποκατάσταση της τάξης των μουσικών πραγμάτων και η απόδοση αναλογικής φήμης σε μια από τις σπουδαιότερες μπάντες της ποπ ιστορίας. Αυτό και μαζί του η ανθρώπινη στίξη πίσω από την υπεράνθρωπη αίγλη (και παρακμή). Εκείνη που επιβίωσε και της αίγλης και της παρακμής, το χαρισματικό ταλέντο που εξακολούθησε, σιωπηλά, χωρίς το κόκκινο πανί των λέξεων Bee Gees, να δίνει τραγούδια σε ομότεχνους. Και η ανθρώπινη συγκίνηση του να βλέπεις τον αειθαλή Μπάρι Γκιμπ, ολομόναχο πια, να λέει ένα «να τους είχα πίσω κι ας μην υπήρχε τίποτα από την επιτυχία».