Berlinale 2018: Who let the dogs out? Μα φυσικά ο Γουές Άντερσον! ? cinemagazine.gr
15:53
15/2

Berlinale 2018: Who let the dogs out? Μα φυσικά ο Γουές Άντερσον!

To «Isle of Dogs» ετοιμάζεται σε λίγες ώρες να γίνει το πρώτο animation στην ιστορία του Βερολινέζικου Φεστιβάλ που θα ανοίξει τη διοργάνωση και ο Γουές Άντερσον προσφέρει μέσα από αυτό μια αναγνωρίσιμα τρυφερή, συναισθηματικά γενναιόδωρη και πολιτικά επίκαιρη ιστορία αγάπης, θέλησης και ανυπακοής.

Αποστολή στο Βερολίνο: Νεκτάριος Σάκκας

Έναν γνώριμα τρυφερό, συναισθηματικά γενναιόδωρο και σπιρτόζο Γουές Άντερσον συναντήσαμε στο «Isle of Dogs», το φιλμ που ανοίγει απόψε (15 Φεβρουαρίου) την αυλαία του 68ου Φεστιβάλ Βερολίνου, τέσσερα χρόνια μετά το «Grand Budapest Hotel» που είχε εγκαινιάσει τη 64η διοργάνωση. Στο δεύτερο stop-motion animation φιλμ της καριέρας του έπειτα από το 2009 και τον «Απίθανο Κύριο Φοξ», ο αγαπητός Αμερικανός δημιουργός διαχειρίζεται εδώ οικεία μοτίβα περί αγάπης, ελπίδας και τοξικών στερεοτύπων, μέσα από την ιστορία ενός 12ου αγοριού, του Ατάρι Κομπαγιάσι, το οποίο ξεκινά μια περιπετειώδη αναζήτηση του αγαπημένου του σκύλου, του Σποτς.

Η ταινία τοποθετείται σε μια δυστοπική Ιαπωνία του κοντινού μέλλοντος. Υπό το φόβο ενός ιού που κάνει τα σκυλιά ιδιαίτερα επιθετικά, οι Αρχές της πόλης Μεγκασάκι - προεξάρχοντος του δημάρχου Κομπαγιάσι, θείου του Ατάρι - αποφασίζουν να εξορίσουν μαζικά τους «πιο πιστούς φίλους του ανθρώπου» σε ένα απομονωμένο νησί, κανονικό σκουπιδότοπο. Σε αυτή την απαγορευμένη ζώνη θα βρεθεί ο μικρός Ατάρι για να συναντήσει μια εξαθλιωμένη αγέλη, η οποία εμφανίζεται πρόθυμη να τον βοηθήσει όχι μόνο στην αναζήτηση του Σποτς, αλλά και στην κατάρριψη της προπαγάνδας περί θανάσιμης επικινδυνότητας των σκύλων.


Ως μια αυθεντική δημιουργία του Άντερσον που είναι, το «Isle of Dogs» παίζει ξανά με το ανώριμο πείσμα και τη στρυφνότητα των “μεγάλων”, θέτοντάς τα σε ευθεία αντιπαράθεση με τη συναισθηματική ωριμότητα, τη γενναιότητα και τη μετά λόγου γνώσεως ανυπακοή που πρεσβεύουν οι “μικροί”.


Ένα χορταστικό καστ δίνει φωνή στο απίθανο σκυλολόι αλλά και στους ανθρώπινους χαρακτήρες, από τον Έντουαρντ Νόρτον (Ρεξ), τον Μπράιαν Κράνστον (Τσιφ), και τον Μπιλ Μάρεϊ (στο ρόλο του Μπος), μέχρι την Σκάρλετ Γιοχάνσον (Νάτμεγκ), τον Τζεφ Γκόλντμπλουμ (Ντιουκ), την Γκρέτα Γκέργουικ (Τρέισι) και τον Λιβ Στράιμπερ (Σποτς). Με τη διανομή των ρόλων να δουλεύει ιδανικά - ειδική μνεία αξίζει στον Κράνστον και την παροιμιώδη ζεστασιά της φωνής του - ο Άντερσον επιδίδεται σε μια γλυκόπικρη οδύσσεια, κυριολεκτική αλλά προπάντων συναισθηματική, από αυτές που ξέρει να κάνει καλά. Έτσι, όσοι βρήκαν όντως απίθανο τον «Κύριο Φοξ», δεν μπορούν παρά να αγαπήσουν και το «Isle of Dogs», το οποίο μάλιστα διακρίνεται για την ρυθμική του εγκράτεια, τουλάχιστον σε σχέση με τους ομολογουμένως υπερ-νευρωτικούς ρυθμούς που είχε το «Grand Budapest Hotel».

Ως μια αυθεντική δημιουργία του Άντερσον που είναι, το «Isle of Dogs» παίζει ξανά με το ανώριμο πείσμα και τη στρυφνότητα των «μεγάλων» (που εδώ εκπροσωπούν οι Αρχές), θέτοντάς τα σε ευθεία αντιπαράθεση με τη συναισθηματική ωριμότητα, τη γενναιότητα και τη μετά λόγου γνώσεως ανυπακοή που πρεσβεύουν οι «μικροί» (εδώ μπαίνουν ο Ατάρι, η ατίθαση πιτσιρίκα Τρέισι και βεβαίως τα σκυλιά). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο 12άχρονος πρωταγωνιστής είναι εκείνος που θέτει στο φινάλε το διπλό, απλό αλλά κομβικό ερώτημα: «ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε;». Παράλληλα βέβαια, με τις διαχρονικά επίκαιρες θεματικές όπως η άσκηση εξουσίας μέσω του φόβου και ο κοινωνικός στιγματισμός να τίθενται στο επίκεντρο της προσοχής, δε λείπουν σκηνές που φορτίζουν με νοηματοδοτήσεις το συλλογικό ασυνείδητο, ανοίγοντας διάλογο τόσο με το αδιέξοδο παρόν (βλ. προσφυγική κρίση) όσο και με το εξαιρετικά οδυνηρό παρελθόν (βλ. το πλάνο του στρατοπέδου συγκέντρωσης για σκύλους). Κάτι που δείχνει πως για άλλη μια φορά, το Φεστιβάλ Βερολίνου επιλέγει για Έναρξη μια δημιουργία που έχει εμφανές στο dna της το πολιτικό statement. Είναι άλλωστε από μόνο του ενδιαφέρον το γεγονός ότι το «Isle of Dogs» αποτελεί το πρώτο animation στην 68άχρονη ιστορία του Βερολινέζικου φεστιβάλ που ανοίγει τη διοργάνωση.

Επιπλέον, θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε την εκπληκτική δουλειά που έχει γίνει στο εξαντλητικά λεπτομερές χτίσιμο αυτού του χειροποίητου κόσμου με τις πάμπολλες μαριονέτες και τα άπειρα ζωγραφισμένα σκηνικά. Κάτι που είναι εκεί για να προσφέρει ένα αρμονικό οπτικό αποτέλεσμα στον θεατή, με την καθοριστική συνδρομή φυσικά του διευθυντή φωτογραφίας Τρίσταν Όλιβερ, του ανθρώπου που πέρα από τον «Κύριο Φοξ» έχει βάλει καθοριστικά το χέρι του σε ακόμα ένα εξαιρετικά απαιτητικό animation, το «Loving Vincent». Εξίσου πρωταγωνίστρια ωστόσο με την ομάδα των animators θα πρέπει να θεωρείται και η μουσική - δομικό στοιχείο στην αφηγηματική ορμή του Άντερσον - την οποία εδώ υπογράφει ο Αλεξάντρ Ντεσπλά, μέσα από μελωδίες κρουστών και πνευστών που φέρνουν σε ένα ιδιόμορφο πάντρεμα τα γουέστερν αισθητικής πλάνα του Αμερικανού σκηνοθέτη με τον οριεντάλ χαρακτήρα της Άπω Ανατολής.