Η Μπαλάντα των Ονείρων
Power Ballad
Ένας αλλοτινός ρόκερ με χαμένα όνειρα διασημότητας είναι πια τραγουδιστής γάμων. Η γνωριμία και η χημεία του με έναν boy band τραγουδοποιό που ψάχνει το επόμενο βήμα του θα έχει απρόσμενα –και άδικα– αποτελέσματα. Ο Τζον Κάρνεϊ («Once», «Sing Street») επιστρέφει, είναι πάντα στο στοιχείο του και μπορείς να βρεις ένα σπίτι στο σινεμά του.
Σε μια σκηνή της ταινίας, ο βαθιά 50άρης μπαμπάς, πρώην wannabe ροκ σταρ, φωνάζει την κόρη του στο δωμάτιο που κάθεται ακόμα σκαρώνοντας τραγούδια. Θέλει την γνώμη της για ένα καινούργιο του. Εκείνη τον ρωτάει «θα πάρει ώρα;» «Γιατί έχεις κάτι που επείγει;», την ρωτά, όχι με αγένεια, αυτός. «Τη ζωή μου», του απαντά αυτή με τον πιο απλό τρόπο. Ο Κάρνεϊ ξέρει να γράφει διάλογο, ξέρει να σε ματώνει τοσοδά εκεί που δεν το περιμένεις, αντιλαμβάνεται πλήρως την απόσταση της εποχής των ηρώων του από την εποχή που εξελίσσεται ενώ εκείνοι ζουν στον κόσμο τους.
Σε αυτό το τελευταίο πρακτικά μπορεί κανείς να βασίσει την αγάπη του για το σινεμά του Ιρλανδού. Ένα σινεμά που φαντάζει απλό, και σε μεγάλο βαθμό είναι, ένα σινεμά χωρίς σινεφίλ απογειώσεις που θα τον καλούσαν ποτέ στα ενδότερα σκληροπυρηνικών θεατών και κριτικών. Ωστόσο, διεκδικώ για τον Κάρνεϊ κάτι, ιδιαίτερα ορατό σε τούτη την ταινία, που τον κάνει αξιοσέβαστο και βαθιά ευπροσήγορο, να το πω λόγια, σε μια μερίδα θεατών που μοιράζεται την κοψιά του.
Είναι το εξής: Οι ήρωές του μεσουράνησαν στο προσωπικό τους σύμπαν κάπου στο αδιόρατα ένδοξο παρελθόν, κάνοντάς ως έφηβοι εκείνο που εξακολουθεί να τους «τυραννά» ως ενήλικους, μεσήλικους (και εκτιμώντας ότι ο Κάρνεϊ, καλά να ’ναι, θα εργάζεται ως τα 100 του, και υπερήλικους). Η εποχή φυσικά άλλαξε, και άλλαξε επίσης τυραννικά αδρά. Είναι φυσικό παρεπόμενο οι νεότεροι, θεατές και δραματουργικοί συνοδοιπόροι, να τους βλέπουν λίγο ως νοσταλγούς, λίγο ως ταξιδευτές μιας memory lane με κουρασμένη άσφαλτο και μερικά λιγοστά παλαιικά οχήματα πάνω της, πιο πολύ σαν κατάλοιπα, μην πω υπολείμματα και ακουστεί σκληρό, του παρελθόντος. Όμως ο Κάρνεϊ δεν φτιάχνει, και ειδικά σε τούτη την ταινία, αυτό το σχήμα. Οι χαρακτήρες του, και ειδικά εδώ ο Ρικ του πάντα ακαταμάχητου Πολ Ραντ, αγαπούν βέβαια στ’ αλήθεια εκείνο που επιδερμικά μοιάζει με όχημα-ονειροπαρσία εφηβικής δόξας, όμως η ζωή τους είναι πολλά παραπάνω από αυτό που φαίνεται. Και παρότι φαίνονται δορυφόροι μιας οριστικά περασμένης αποδραστικής λογικής (όχι τυχαία υπάρχει κι ένα τραγούδι που λέγεται Satellite), στην πραγματικότητα η ζωή τους όσο ξαποσταίνει στις λόξες τους, άλλο τόσο θεμελιώνεται στο παρόν πέρα από αυτές. (Εξού και είναι ευφυές πραγματικά το σεναριακό εύρημα της ερμηνείας του τραγουδιού, αφού καθρεφτίζει ότι η πραγματική ζωή υπηρετείται από την φαντασιωτική τους -φαινομενική- επιμονή.) Ο Κάρνεϊ συμπαρίσταται στους ανθρώπους αυτούς. Δεν τους συμπονά, δεν τους κρατά το χέρι σα να ήταν ασθενείς. Τους αγαπά. Κανονικά. Τους στέργει ευλογημένα άκριτα γιατί είναι καλοί άνθρωποι, διόλου εγωκεντρικοί, αδύναμοι ίσως λιγάκι, αλλά καλοί ως το μεδούλι. Και τραγουδάνε ωραία.
Εδώ, σε τούτη την power ballad, από πολύ νωρίς μπαίνεις στην οικεία ατμόσφαιρα της Ιρλανδίας, την κλασικοροκάδικη, την μπαλανταδόρικη, την υπερβατικά μουσικόφιλη, την συνυπαρξιακή, την (για τους δικούς της) ευφορική – feelgood ελληνιστί. Δίνει τον χρόνο που χρειάζεται στις σκηνές, τον έχει καταμερίσει σοφά ξέροντας πολύ καλά το συναίσθημα που γεννά στον ενδιαφερόμενο θεατή (ξέρει εξίσου καλά ότι οι εκτός κλίματος δεν κόπιασαν καν προς την αίθουσα) και πατώντας και με τα δυο πόδια στην καλοήθεια του γραψίματος των χαρακτήρων του και την σκηνοθεσία τους. Χαρακτήρων στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται ακριβώς «κακός». Είναι κάποιος για τον οποίον υπάρχει κατανόηση, ακριβώς επειδή εκεί που βρίσκεται μοιράζεται μεν το πάθος με τον ήρωά μας, αλλά δεν ξέρει εκ των πραγμάτων αυτό που διαφοροποιεί τον τελευταίο. Κατά μία έννοια ο «κακός» είναι ο θεατής που βλέπει επίπεδα την δραματουργία του σαν νοσταλγική. Όταν μάθει τι πραγματικά κινεί τον ήρωά μας, θα αλλάξει. Για τον Κάρνεϊ η ωραία τέχνη, η ωραία τραγουδοποιία, είναι απόρροια της καλής φύτρας. Δεν γίνεσαι καλός άνθρωπος επειδή είσαι καλλιτέχνης, αλλά είσαι καλλιτέχνης επειδή είσαι καλός άνθρωπος. Είναι ωραίος τύπος ο Κάρνεϊ.
Αν σε όλα αυτά χρειάζεστε κάτι ακόμα, να σας πω ότι η θέρμη και η οικειότητα που περιμένετε περιθάλπει πραγματικά από την αρχή, να σας πω ότι υπάρχει ένα νεύμα στο Once που θα σας πάει προς έναν μικρό, θεσπέσιο, λυγμό, να σας βεβαιώσω ότι η ευαισθησία της κοινωνικής γραφής των νησιωτών κινηματογραφιστών είναι παρούσα. Δεν είναι η καλύτερή του στιγμή, αλλά αφού έχετε φτάσει την ανάγνωσή σας ως εδώ, γνωρίζατε ήδη ως Άλλοι Θεατές, ότι οι αδυναμίες μάς φέρνουν πιο κοντά.










