Κόκορας - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Κόκορας

Rooster

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τάσος Γερακίνης
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τάσος Γερακίνησς, Κατερίνα Παπαναστασάτου
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Νίκος Κασάπης, Κόρα Καρβούνη, Ελένη Κοκκίδου, Γιάννης Δρακόπουλος, Δημήτρης Καταλειφός, Γιάννης Σαρακατσάνης, Γιούλικα Σκαφιδά
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Γιώργος Μιχελής
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιάννης Πλαστήρας
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 101'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: The Film Group
    Κόκορας

Ο μεσήλικος Αργύρης, νυμφευμένος με την Πόπη, είναι θυρωρός στον Δήμο Αθηναίων και μεγαλοπιάνεται. Για να υλοποιήσει το όνειρό του σχεδιάζει την μεταμόρφωσή του σε επιχερηματία, μόνο που διαρκώς αποτυγχάνει και βαθαίνει την κρίση στη ζωή του. Ελληνική «πικρή κωμωδία», έντιμων προθέσεων και προβληματικού αποτελέσματος.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η πάγια δύσκολη θέση του κριτικού που είναι ολόψυχα με τον δημιουργό – και δη τον Έλληνα δημιουργό, που έχει κάνει αιμοπτύσεις για να καταφέρει να παραδώσει ταινία. Ο Γερακίνης έχει αποδείξει από τον Ήσυχο Άνθρωπο την τεχνική του αρτιότητα, την ρυθμική καθοδήγηση στο μοντάζ, την σεναριακή ροή ή την, κατά μία έννοια, ικανότητα στην διεύθυνση των ηθοποιών. Όλα αυτά τα έχει και ο Κόκορας. Έχει ακόμα και μερικές, όχι πολλές, λεπτομέρειες που του χαρίζουν και μια ιδιοσυγκρασία, ένα οπτικό χιούμορ, στοιχεία που μαρτυρούν σπουδή και προμελέτη.

Όπως όμως προσέλαβα εγώ την ταινία, και θεωρώντας ότι από συστάσεως είναι μια λαϊκή υπαρξιακή κομεντί περί της ελληνικότητας (δια των εκπροσώπων χαρακτήρων και κυριότερα του Αργύρη), υπέστην από την αρχή μια ομοβροντία ηχητικών ντεσιμπέλ – κράματος Ταραντίνο και Οικονομίδη (και πρέπει να πω ότι στον πρώτο μετρώ συχνά διαλογικό λίπος...). Ιδίως το μπάσιμο με την παρουσία του Καταλειφού, της Κοκκίδου και του Κασάπη στην σκηνή στο πατρικό/μητρικό, όσο θέτει τους όρους της χαρακτηρολογίας, άλλο τόσο οριοθετεί τον τόνο της σκηνοθεσίας. Και δεν είναι μοναχά η φλύαρη φωνασκία, που ως ένα βαθμό να την δεχθείς ως συνθήκη μεσογειακής ηθο-κωμωδίας, είναι και η αλύπητη (και θα υποθέσω σκόπιμη) ατμόσφαιρα νεοελληνικής παπαρολογίας αντάμα με αλύπητο μπαράζ καθαρής γκρίνιας. Η ατμόσφαιρα καταγραφής μιας χώρας εγκλωβισμένης στο υλιστικό της όνειρο και αβοήθητης από οποιαδήποτε ουσία (πνευματική και μη) που θα την κρατήσει με τη μύτη έξω απ’ το νερό, σε ευθεία σύγκρουση με το πώς αυτό μπορεί να καταγραφεί κινηματογραφικά γοητευτικά.

Η ισορροπία της κωμωδίας απαιτεί ακόμα και από τον δραματικό διάλογο – και η ταινία δεν φείδεται τέτοιου – σκωπτική ανακούφιση, μια λεπτή γραμμή που πρέπει να περπατήσει η σκηνοθεσία του διαλόγου και του ηθοποιού η οποία τελικά θα διασφαλίσει την ελαφρότητα της ατμόσφαιρας. Εδώ, καθώς οι δραματικές στιγμές παίζονται δραματικά και οι κωμικές φλύαρα και γκρινιάρικα, η αίσθηση μπασταρδεύεται, εκτιμάς την περιστασιακή κωμική ατάκα αλλά η εκφορά της υποτάσσεται στην δυσθυμία. Είθε ο θεατής, τον οποίον αυτονόητα όσο και σταθερά παροτρύνω να δει το έργο, να προσλάβει διαφορετικά.

Ο Νίκος Κασάπης, σε έναν ρόλο που θα μπορούσε να έπαιζε άλλοτε ο Ούγκο Τονιάτσι (δεν αναφέρω καν Άγγλους η πολιτισμική διαφορά είναι χαώδης, ακόμα και σε ένα kitchen sink του Μάικ Λι), είναι μια συμπαθής φυσιογνωμία ενός όχι και τόσο συμπαθούς ανήλικου 47χρονου (με ορθό, πασοκικό μουστάκι Κατσανέβα να με εννοήσουν οι συνομήλικοι), μεγαλοπιασμένου μικρολαμόγιου, ψωροπερήφανου (από εδώ ο Κόκορας του τίτλου) και πλήρως αδικαιολόγητου σε ό,τι θεωρεί πως του αξίζει, πέραν μιας δραματουργικά αβάσιμης πεποίθησης ότι «είναι καλός άνθρωπος». Δεν τον βοηθά επίσης ο «αυτοσχεδιαστικός» διάλογος του νεοελληνικού τύπου ρεύματος συνείδησης, αυτού που ο Οικονομίδης έχει αισθητικά και νοηματικά στυλιζάρει σε απόλυτο χιουμοριστικό βαθμό και μοιάζει πλέον αδύνατον να παίξει άλλος σε αυτό το γήπεδο. Και λέγοντας χιουμοριστικό δεν εννοώ κατ’ ανάγκη αστείο.

Η Κόρα Καρβούνη, ενδεχομένως σκόπιμα, παίζει προσηλωμένα σε μια καθαρά δραματική δική της ταινία, που εκτός των άλλων σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς είναι εφικτό αυτοί οι δυο άνθρωποι να είναι ζευγάρι. Ο Σαρακατσάνης υπακούει κι αυτός, πειστικά και διόλου κωμικά, στο μάγκικο νεοελληνικό τέμπο που διασχίζει την ενιαία τάξη των μικροαστών νεόπλουτων. Η Γιούλικα Σκαφιδά δεν έχει και πολύ ρόλο να παίξει και βγαίνει μονοδιάστατα ξινισμένη με τα πάντα. Η Ελένη Κοκκίδου κρατά ακόμα ηχοχρώματα Σπιρτόκουτου – κι έχει και μια παράξενη κόμμωση για «γυναίκα του χωριού». Ακόμα και ο μέγας Δρακόπουλος, μια κωμική διάνοια που γεννήθηκε σε λάθος εποχή, τεντώνει απλά μυς σοβαρής ερμηνείας, δίχως ξέφωτα ελαφράδας που υποθέτω δεν του ζητήθηκε.

Θα υπερτονίσω μέσα μου τις δημιουργικές προθέσεις κατάδειξης μιας χώρας ανεπούλωτα βυθισμένης στον ψυχικό μικροαστισμό της, θα υπενθυμίσω ότι πράγματι το έργο είναι ρυθμισμένο και δεν κοιλώνει ποτέ, θα καταφύγω για μια ακόμα φορά στην συλλογική μας δικαιολογία ότι όταν οι Ιταλοί, φερ΄ειπείν, έκαναν Μεγάλα Φαγοπότια, Εντιμότατους Φίλους μου και… C'eravamo tanto amati εμείς κάναμε τον Λαμπρούκο Μπαλαντέρ και θα αποθέσω έναστρη βάση γιατί εξακολουθώ να πιστεύω ότι με λίγο περισσότερο φινίρισμα προς την σωστή κατεύθυνση μια καλύτερη υπογραφή καραδοκεί.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Κόκορας
  • Κόκορας