3 Ώρες Διορία
Runner
Αν και δεν το πάει καθόλου άσχημα στο μεγαλύτερο μέρος, δυστυχώς στο φινάλε η ταινία ενδίδει στην υποχρέωση να υπηρετήσει πρώτα το είδος και μετά τον εαυτό της.
Ο Χανκ Μαλόουν (Άλαν Ρίτσον), ένας Αμερικανός πρώην αλκοολικός, ζει πλέον στην Αυστραλία προσπαθώντας να ξεπεράσει τον θάνατο της κόρης του. Εργάζεται ως μεταφορέας δεμάτων υψηλής σημασίας και η νέα του, φαινομενικά απλή αποστολή είναι να μεταφέρει ένα μόσχευμα από το αεροδρόμιο μέχρι το νοσοκομείο, όπου θα λάβει χώρα εγχείρηση προκειμένου να σωθεί ένα παιδί. Για κακή του τύχη, το μόσχευμα έχει βάλει στο μάτι ένα καρτέλ ναρκωτικών, το οποίο θα κάνει τα πάντα για να το αποκτήσει. Και ταυτόχρονα, τα χρονικά περιθώρια λιγοστεύουν.
Πηγαίνοντας να δεις μια ταινία σαν το «Runner», βασισμένος στο προωθητικό υλικό και το βιογραφικό των συντελεστών, οφείλεις να ξέρεις πάνω – κάτω τι να περιμένεις. Ανάλογη πρέπει να είναι και η αποτίμηση, ξεκινώντας τη διαχρονική συζήτηση/διαφωνία μεταξύ των κριτικών για το αν τα «αστεράκια» είναι μια ενιαία κλίμακα αξιολόγησης των ταινιών ή αν κάθε ταινία κρίνεται με βάση τη στοχοθεσία της. Ως ανένδοτος θιασώτης της δεύτερης λογικής, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να στολίσω το «Runner» με τρία αστεράκια, από τη στιγμή που, για το μεγαλύτερο μέρος του, με είχε κάνει να πιστέψω ότι θα τα άξιζε.
Πράγματι, το νέο φιλμ του Σκοτ Γουό, με τον Άλαν Ρίτσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι μια ταινία δράσης που δεν ενδιαφέρεται για κάποιο δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης ή για κάποια αισθητική καινοτομία, αλλά θέλει να προσφέρει μια ιστορία γεμάτη αδρεναλίνη, θέαμα και σασπένς. Διάφορα κλισέ επιστρατεύονται στην υπηρεσία αυτής της ιστορίας: οικογενειακό μελόδραμα, ο πληγωμένος πρωταγωνιστής που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του παρελθόντος, ο αταίριαστος συνεργάτης που αρχικά μοιάζει με βάρος αλλά σταδιακά αποδεικνύεται πολύτιμος – εξαιρετικός ο Όουεν Γουίλσον.
Η υπερβολή και η γραφικότητα της σκηνοθεσίας είναι θεμιτή και, επίσης για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, προσεγμένη ώστε να μην ξεφύγει. Υπάρχει πολλή δράση, είναι ξέφρενη και μαξιμαλιστικά γυρισμένη, όμως δεν νιώθεις αρχικά ότι ξεφεύγει μόνο και μόνο επειδή το εγχειρίδιο του είδους λέει ότι πρέπει να ξεφύγει. Οι χαρακτήρες συνεχίζουν να έχουν ενδιαφέρον, το παράλληλο μοντάζ με σκηνές από το νοσοκομείο εκτοξεύει το σασπένς, οι ανατροπές, αν και προβλέψιμες ενίοτε, λειτουργούν.
Εκεί που χάνεται, δυστυχώς, ο έλεγχος είναι στην τελευταία σεκάνς δράσης, η οποία λαμβάνει χώρα στο νοσοκομείο. Όταν ο ήρωάς μας φτάνει τελικά στον προορισμό του, ο κακός του την πέφτει ξανά και δίνεται εκεί η μεγαλύτερη μάχη της ταινίας. Σχεδόν όλο το νοσοκομείο γίνεται ερείπια, ο τόνος καταλήγει εντελώς goofy και το ενδιαφέρον χάνεται. Γεννιέται, ύστερα το ερώτημα: κάνατε όλον αυτόν τον αγώνα να φέρετε το μόσχευμα στο νοσοκομείο για την εγχείρηση, αλλά, τώρα που το νοσοκομείο το κάνατε σχεδόν γήπεδο, η εγχείρηση πού θα γίνει; Στρωματσάδα;
Αλλά ας μη διυλίζουμε τόσο τον κώνωπα. Το «Runner» είναι μια απ’ τα ίδια. Μια ανώδυνη ταινία δράσης με κάποιες αρετές που την καθιστούν χαβαλεδιάρικη. Για κάποιο διάστημα μας ξεγέλασε ότι θα μπορούσε να βρίσκεται ένα μικρό σκαλοπάτι πιο πάνω από την πεπατημένη, αλλά τελικά αυτό δεν ίσχυσε. Ας είναι, για μια ωραία βραδιά σε ένα από τα τελευταία ίσως θερινά της χρονιάς, δεν είναι καθόλου άσχημη επιλογή.











