«Θέλω να δώσω ένα κομμάτι φως»: Η Αγγελική Αντωνίου μιλά στο cinemagazine.gr για την «Πράσινη Θάλασσα» ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
18:31
23/11

«Θέλω να δώσω ένα κομμάτι φως»: Η Αγγελική Αντωνίου μιλά στο cinemagazine.gr για την «Πράσινη Θάλασσα»

Η «Πράσινη Θάλασσα», η πολυταξιδεμένη ταινία της Αγγελικής Αντωνίου έρχεται ως κινηματογραφικό comfort food για να σερβίρει αγάπη και φροντίδα την Πέμπτη 25 Νοεμβρίου στις ελληνικές αίθουσες.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

Η Αγγελική Αντωνίου επιστρέφει αρκετά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Έντουαρτ» (9 Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας) για να αφηγηθεί μία ιστορία που έχουμε ανάγκη.

Με έμπνευση το «Για να Δει τη Θάλασσα» της Ευγενίας Φακίνου, η «Πράσινη Θάλασσα» με έξοχο πρωταγωνιστικό ζευγάρι την Αγγελική Παπούλια και τον Γιάννη Τσορτέκη, αποτελεί ένα ευφορικό κάλεσμα, έτοιμο να αποκαλύψει την βιωματική σύνδεση των ανθρώπων μέσα από τις γεύσεις, να νοστιμίσει την προσωπική μνήμη με θαυματουργές μυρωδιές και να ζωντανέψει με φως όλα όσα είχε στοιβάξει το σκοτεινό παρελθόν.

Σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη:

Η Άννα (Αγγελική Παπούλια) μια μυστηριώδης γυναίκα χωρίς μνήμη, αγωνίζεται να επανασυνδεθεί με το παρελθόν της. Στην κουζίνα της ταβέρνας του μοναχικού Ρούλα (Γιάννης Τσορτέκης) κοντά στο λιμάνι, όπου βρίσκει καταφύγιο, ανάμεσα στις μυρωδιές των μπαχαρικών και τις παλιές συνταγές, η μαγειρική της ξυπνά αναμνήσεις και θεραπεύει. Η ζεστή αγκαλιά των θαμώνων και ο έρωτας την βοηθούν να ξεκινήσει μια νέα ζωή, μέχρι που ο Ρούλα ανακαλύπτει την αληθινή ταυτότητα της Άννας…

Το ΣΙΝΕΜΑ cinemagazine.gr είχε την χαρά να συνομιλήσει με την Αγγελική Αντωνίου για την «Πράσινη Θάλασσα», τη συνεργασία της με την Αγγελική Παπούλια και τον Γιάννη Τσορτέκη, την θεραπευτική διάσταση της μαγειρικής και την αισιοδοξία ως πνευματική τροφή.

INFO
Η «Πράσινη Θάλασσα» κυκλοφορεί στις αίθουσες 25 Νοεμβρίου από την Filmtrade.

Οφείλω να ομολογήσω πως μας είχατε λείψει. Σχεδόν 15 χρόνια μετά το «Έντουαρτ», που είχε αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις, επιστρέφετε με την «Πράσινη Θάλασσα» αλλά και το ντοκιμαντέρ «Άγνωστοι Αθηναίοι». Θέλω, λοιπόν, να ρωτήσω αρχικά γιατί αυτό το μεγάλο χρονικά κενό; 

Οι ταινίες είναι μία δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Δούλεψα αρκετά για την γερμανική τηλεόραση και αποφάσισα πλέον να κάνω ταινιες που με ευαισθητοποιούν και με ενδιαφέρουν. Οι «Άγνωστοι Αθηναίοι» πήραν πολύ χρόνο, κάτι που δεν το καταλαβαίνει κάποιος βλέποντας την ταινία. Πήραν όμως εφτά χρόνια. Σ’ αυτό προσθέστε πως είχα τα δικαιώματα της «Πράσινης Θάλασσας» από το 2010, είχα γράψει το σενάριο, είχα έγκριση για χρηματοδότηση από την ΕΡΤ, αλλα μετά η ΕΡΤ έκλεισε, έπεσε μαύρο. Και έμεινα μετέωρη…

Την περίοδο εκείνη είχα θυμώσει με τους Γερμανούς και ενώ όλες μου οι ταινίες έχουν πολυπολιτισμική διάσταση, δηλαδή διαφορετικές γλώσσες και θεματικές, αποφάσισα να ασχοληθώ με κάτι αμιγές ελληνικό, ένα κωμικό δράμα, μία ελπιδοφόρα, feelgood ταινία. Όταν έκλεισε η ΕΡΤ και η «Πράσινη Θάλασσα» έμεινε στάσιμη, κατέβαινα την Ερμού σε κατάσταση μαύρης κατάθλιψης. Εκεί είδα έναν άνθρωπο να κατεβαίνει από τη μηχανή του και να ταΐζει ένα σκυλάκι. Η εικόνα με ξύπνησε από τον λήθαργο της «Πράσινης Θάλασσας» και τελικά πέρασα 10 χρόνια με δυο πρότζεκτ τα οποια βγήκαν μέσα στην πανδημία. Σ’ όλο αυτό το ανακάτεμα δεν νιώθω πια σκηνοθέτης, αλλά σέρφερ στον ωκεανό!

Έμαθα όμως να έχω πια πολλή υπομονή και πολλές αντοχές για να αντιμετωπίζω το απρόβλεπτο. Έμαθα να περιμένω. Άσκηση θάρρους, δικής μου τρέλας, τι να σου πω; Αυτά τα δυο πρότζεκτ, Πάνο, έπεσαν το ένα μετά το άλλο. Δεν το έκανα επίτηδες, αλλά ΟΚ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου «Για να Δει τη Θάλασσα». Ποιο στοιχείο του βιβλίου σε παρακίνησε στην κινηματογραφική διασκευή;

Λοιπόν, φαίνεται πως έχω κάτι κοινό με τα αδέσποτα, έχω κάτι αδέσποτο στην ζωή μου. Μου άρεσε πολύ η ιστορία της Άννας, μιας γυναίκας που δεν έχει μνήμη, μαγειρεύει για λαϊκούς ανθρώπους σε μία εγκαταλελειμμένη ταβερνα και τους ξυπνά αναμνήσεις. Μία γυναίκα που συνδέει κακοτράχαλους, ωμούς άντρες. Σκέφτηκα αυτό που είχε πει ο Αριστοτέλης, πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Για να τα καταφέρει μόνος, πρέπει να είναι ή θηρίο ή θεός. Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, καταφέρνει και ζωντανεύει μία πεθαμένη κατάσταση. Μου άρεσε πολύ αυτό.

Η επιλογή της Αγγελικής Παπούλια και του Γιάννη Τσορτέκη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους λειτούργησε ιδανικά. Ήταν στο μυαλό σας από την αρχή ως Άννα και Ρούλα;

Την Αγγελική την είχα πάντα στο μυαλό μου, τον Γιάννη μου τον σύστησε ο Άκης Γουρζουλίδης και η Σωτηρία Μαρίνη, οι υπεύθυνοι κάστινγκ της ταινίας. Στην αρχή αντιστεκόμουν γιατί ήξερα τον Γιάννη από τις ταινίες του Οικονομίδη, στις οποίες υποδύεται χαρακτήρες με πολύ διαφορετική κατεύθυνση από τον Ρούλα. Στην πορεία είδα πάρα πολλούς ηθοποιούς, έκανα πρόβες, διαφορετικές Αννες και διαφορετικούς Ρούλα, κι αυτό δεν το έκανα γιατί δεν σέβομαι τους ηθοποιούς που έχουμε, είναι εξαιρετικοί, απλώς είχα την ανάγκη ως σκηνοθέτης να δω την χημεία μεταξύ τους και την χημεία τους μαζί μου. Έκανα λοιπόν πρόβα με την Αγγελική και τον Γιάννη σε ένα καφενείο στο Βοτανικό, όχι σε έναν στεγνό χώρο ενός διαμερίσματος, και μου άρεσαν πάρα πολύ ως ζευγάρι.

Πώς προσεγγίσατε με την Αγγελική Παπούλια τον ρόλο της αμνησιακής πρωταγωνίστριας;

Και οι δυο είχαμε μία ταραχή με αυτή την αμνησιακή φιγούρα. Διάβασα αρκετά βιβλία και προσπαθούσα να καταλάβω πως συμπεριφέρονται αυτοί οι άνθρωποι. Μου σύστησαν έναν νευρολόγο, τον Κώστα Πόταγα, Καθηγητή νευρολογίας και δεινό μεταφραστή. Να σου πω και μία πολύ ωραία σινεφελική σύμπτωση, ο θείος του ήταν ο Ματθαίος Πόταγας που είχε το Παλλάς στο Παγκράτι. Ο Κώστας πήρε το σενάριο, είχε το ελεύθερο να κάνει παρατηρήσεις σε ό,τι χρειαζόταν να διορθωθεί και επίσης μας έδειξε μαζί με την Αγγελική πολλά βίντεο με αμνησιακούς ανθρώπους.

Εντωμεταξύ, το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως η Άννα προσπαθεί να ανακαλέσει τη μνήμη της, ενώ ο Ρούλα,  ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, έχει πνιγεί στο δικό του παρελθόν.

Σωστά. Αυτή δεν έχει παρελθόν και αυτος είναι χωμένος σε μία ανάμνηση που δεν λειτουργεί. Αυτή ζει στο παρόν και αυτός δεν έχει παρόν. 

Και μου άρεσε πολύ ο τρόπος που οπτικοποιήθηκε αυτή ακριβώς η κατάσταση στην ταινία. Σε μία σκηνή η Άννα μπαίνει στο τροχόσπιτο του Ρούλα και εκεί μέσα είναι αραδιασμένη κι άτακτη όλη του η ζωή.

Ναι, ουσιαστικά είναι ένα μαυσωλείο.

Και τελικά μαθαίνουμε περισσότερα για τον Ρούλα μέσα από αυτό το μαυσωλείο παρά απ’ όσα μας λέει ο ίδιος. Μόνο μία φορά εκμυστηρεύεται στην Άννα κάτι από το παρελθόν του. Μιλήστε μου λίγο για την ιδέα του τροχόσπιτου.

Το τροχόσπιτο υπήρχε στο βιβλίο, αλλά έκανα μία αλλαγή. Αφαίρεσα έναν χαρακτήρα που υπήρχε κανονικά στο μυθιστόρημα και αυτό διαφοροποίησε μία σημαντική σκηνή της ταινίας. Ήθελα, όμως, οι ήρωες της ταινίας να έχουν δική τους πρωτοβουλία, να μην κάνουν κάποιοι άλλοι κάτι για λογαριασμό τους. Έτσι έγιναν πιο δυνατοί και αυτό το συναποφασίσαμε με τον Γιάννη Τσορτέκη, ο οποίος ήταν εξαιρετικός.  

Κάπου θα υπάρχει άλλη μία ταινία για το παρελθόν του Ρούλα.

(γελάει) Σκοπός μου ήταν η ταινία να είναι μίνιμαλ σε φόρμα, με διαφορετικά επίπεδα όμως. Προτίμησα αυτό το τροχόσπιτο να τα πει όλα για τον Ρούλα. Βλέπεις κόμιξ Λούκι Λουκ, παλιά βιβλία, αραχνιασμένα VHS, σκονισμένα DVD, το μπουζούκι του, αφίσες από εμφανίσεις του σε ξενυχτάδικα… Τι να πρωτοπείς γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Είναι κολλημένος στο παρελθόν κι έρχεται μία γυναίκα να το αποκαθηλώσει. Κινητοποιούνται οι ζωτικές του δυνάμεις.

Στην ταινία η γεύση είναι η αίσθηση που ξυπνά τις αναμνήσεις. Ποια δική σας αίσθηση θα ανακαλούσε στιγμιαία κάτι από το παρελθόν;

Η γιαγιά μου δεν ήταν καλή μαγείρισσα, αλλά εμένα τα φαγητά της μου φαίνονταν πολύ νόστιμα. Για παράδειγμα θυμάμαι τον κοκκινιστό κόκορα, την σάλτσα και την μυρωδιά του τριμμένου τυριού. Για να απαντήσω, λοιπόν, στην ερώτηση, θα λειτουργούσε πρώτα απ’ όλα η όραση. Στη συνέχεια η όσφρηση και μετά η γεύση.

Η μαγειρική είναι μία διαδικασία συνώνυμο της φροντίδας του εαυτού. Συγκυριακά αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το φαγητό συνδέει τους ανθρώπους και αυτή η σύνδεση μας έλειψε λόγω πανδημίας.

Ήδη από την βάση, δηλαδή από το βιβλίο, τα φαγητά της πρωταγωνίστριας έχουν μία θεραπευτική επίδραση στους θαμώνες. Στην πορεία, όταν έγραφα το σενάριο, συνειδητοποίησα πως η μαγειρική είναι το όχημα και όχι το θέμα της ταινίας. Σαφώς στο φινάλε η ταβέρνα μεταμορφώνεται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, όπου ο καθενας πάει εκεί για να αισθανθεί μία πιο στενή κοινωνία. Δεν είναι πια μια νεκροζώντανη ταβέρνα, αλλα ένας ζωντανός χώρος. Μετά από την οικονομική κρίση και μέσα στην πανδημία δεν επιθυμώ να δίνω στους θεατές βάρος, φόνους και κακοποίηση. Θέλω να τους δώσω ένα κομμάτι φως, ελπίδα και αισιοδοξία. Δεν φοβάμαι να το ομολογήσω. Δεν μπορούμε να έχουμε κρίση, πανδημία, ανεργία, ανασφάλεια, περιοριστικά μέτρα και να προτείνουμε μαυρίλα ως πνευματική τροφή. Αντιστέκομαι σ’ αυτό.

Μιλάτε δηλαδή για μία ευφορική επανάσταση.

Και είναι συνειδητότατη. Υπάρχει κόσμος που μπορεί να περιμένει από ‘μένα σκληρές ταινίες, επειδή έχω ασχοληθεί στο παρελθόν με κοινωνικά θέματα. Αλλά και η ένωση των ανθρώπων είναι κοινωνικό θέμα. Η αγάπη και ένα πιάτο φαγητό είναι ένα κομμάτι αισιοδοξίας για το σπίτι. Πρέπει να κάνουμε την κάθε μέρα μας καλή. 

Θεραπευτική επίδραση δεν έχουν μόνο τα φαγητά, αλλά και η τέχνη. Ποιες ταινίες θα θύμιζαν στην Αγγελική Αντωνίου ποια είναι, αν για κάποιο λόγο το ξεχνούσε όπως η Άννα στην ταινία;

Υπήρχαν τρεις ταινίες που μου καρφώθηκαν στο μυαλό όταν έκανα την «Πράσινη Θάλασσα». Η μία είναι ο «Άνθρωπος Χωρίς Παρελθόν» του Καουρισμάκι....

… και ότι θα σας ρωτούσα για τον Καουρισμάκι. Η ταινία σας μου θύμισε την λιτότητα και την ευθύβολη ματιά του.

Βέβαια! Με είχε συγκλονίσει αυτή η ταινία. Μου προκαλεί τρομερή αγωνία το να χάσεις τη μνήμη σου. Και φόβο μήπως σε εκμεταλλευτούν οι υπόλοιποι. Άλλη μία ταινία είναι το «Whisky» (2004) των  Χουάν Πάμπλο Ρεμπέλα και Πάμπλο Στολ, που είχε βραβευτεί στις Κάννες. Πρόκειται για μία ταινία με επαναλαμβανόμενα σταθερά κάδρα, που έχει απίστευτη αμεσότητα και επίδραση στον θεατή. Την πρότεινα σε πολλούς από τους ηθοποιούς και το συνεργείο. Κι επίσης η «Γιορτή της Μπαμπέτ» που παρότι εποχής με επηρέασε σαν περιεχόμενο, όχι σαν φόρμα. Στην «Μπαμπέτ», μία γυναίκα που βρίσκεται στο πουθενά, σε μία συντηρητική, προτεσταντική κοινωνία με ανθρώπους που δεν επικοινωνούν, μαγειρεύει με καρτερικότητα και αλλάζει τα πάντα. Η «Πράσινη Θάλασσα» έχει δανειστεί κάτι απ’ αυτές.

Σαν να λέμε πως έχει «μυρωδιές» από τις ταινίες αυτές.

Ακριβώς! Τις αγαπώ και τις τρεις.

Η «Πράσινη Θάλασσα» είχε πολλές συμμετοχές σε Φεστιβάλ και κάνει μία πολύ όμορφη βόλτα με θετικές κριτικές και βραβεία. Πώς βλέπετε το ενδιαφέρον των Φεστιβάλ του εξωτερικού στο ελληνικό σινεμά;

Εδώ και χρόνια παρατηρώ πως έχουμε νέους, ταλαντούχους σκηνοθέτες. Έχω όμως μία επιφύλαξη, γιατί κάποιες φορές δουλεύεται η φόρμα, αλλά αδυνατίζει το περιεχόμενο. Δεν το θεωρώ καλό, γιατί το σινεμά για ‘μένα είναι ταξίδι. Καλή η άσκηση ύφους, αλλά θα πρέπει να παρασύρεις και τον θεατή μαζί σου. Πιστεύω στα νέα ωραία δείγματα κι ελπιζω το κοινό να συμπορευτεί με το ελληνικό σινεμά. Είναι καλό να υπάρχουν τόσο οι εμπορικές ελληνικές ταινίες που έχουν στόχο τα εισιτήρια, και καλά κάνουν γιατί κοστίζουν, αλλά να έχουμε και το ελληνικό art σινεμά ως άλλο comfort food, φτιαγμένο με αγάπη. Ο θεατής να ψάξει το μαγαζί που θα του δώσει μία τροφή καλή για την υγεία. Όλα χρειάζονται μία τρυφερή υποστήριξη.

Η «Πράσινη Θάλασσα» πολύ πρόσφατα προβλήθηκε στο Σίδνεϊ και είμαι πολύ περήφανη γιατί η ομάδα εκεί επέλεξε 10 τίτλους από όλη την Ευρώπη για το πρόγραμμα Voices of Women in Film. Επίσης η ταινία ήταν η πρώτη ελληνική που συμμετείχε στο Φεστιβάλ της Χιροσίμα, ένα Φεστιβάλ που έκανε focus στην αποκατάσταση και στην ελπίδα, δυο λέξεις κλειδιά για την πρωταγωνίστρια. Επίσης προβλήθηκε στην Γαλλία, κέρδισε το Βραβείο Κοινού στην Αυστρία, στο Νάσβιλ σε ένα από τα παλαιότερα κινηματογραφικά Φεστιβάλ, στο Ρόουντ Άιλαντ, στο Λος Άντζελες, στη Γερμανία...

Φαινεται πως η ταινία επιδρά παρηγορητικά σε ένα παγκόσμιο κοινό.

Έχετε δίκιο, μου στέλνουν πολλά θετικά μηνύματα από το εξωτερικό. Και ξέχασα να σας πω ότι αυτές τις μέρες διεκδικεί τον Χρυσό Έφηβο στο Φεστιβάλ του Παλέρμο, ένα από τα παλαιότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ της Ιταλίας για ταινιες που έχουν σχέση με την λογοτεχνία. (σ.τ.σ. η «Πράσινη Θάλασσα» κέρδισε τελικά τον Χρυσό Έφηβο, διαβάστε περισσότερα εδώ).

Και παρά τις επιτυχίες και την εξωστρέφεια του ελληνικού σινεμά, η οικονομική του ενίσχυση και χρηματοδότηση παραμένει αχίλλειος πτέρνα. Πώς εκτιμάτε τις νέες πρωτοβουλίες μέσω ΕΚΚ, ΕΚΟΜΕ και την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων παραγωγών στην Ελλάδα;

Θεωρώ θετική την ύπαρξη του ΕΚΟΜΕ. Εμείς στην «Πράσινη Θάλασσα» είχαμε την υποστήριξή του, αλλά πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στο ελληνικό σινεμά. Για παράδειγμα πως χρηματοδοτούνται τηλεοπτικές σειρές, όταν τα κανάλια παρανόμως δεν αποδίδουν το 1,5% των διαφημιστικών εσόδων τους προς ενίσχυση των κινηματογραφικών παραγωγών; Απαράδεκτο. Σαφώς και οποιαδήποτε πρωτοβουλία βοηθά πάρα πολύ, αλλά πρέπει να ενισχυθεί ο προϋπολογισμός του ΕΚΚ. Το μπάτζετ του Κέντρου αναλογεί σε δύο μεγάλες τηλεοπτικές γερμανικές παραγωγές.

Να περιμένουμε νέα ταινία σας άμεσα;

Οι δυο ταινίες βγήκαν κοντά ή μια στην άλλη, οπότε πρέπει να κάνω ένα διάλειμμα λίγων μηνών. Έχω στο μυαλό μου κάτι, υπάρχουν παράλληλα και προτάσεις απ’ αλλού, αλλά πρέπει πρώτα να θεραπεύσω την Αγγελική Αντωνίου.

Ένα καλό φαγητό λοιπόν!

Ενώ δεν ήξερα να σερφάρω, αποφάσισα να γίνω μία καλή σέρφερ ζωής. Ό,τι και να συμβεί προσπαθώ να πάω την ιστιοσανίδα της ζωής μου σύμφωνα με τα κύματα και όχι ενάντια. Όταν η τρικυμία κοπάσει θα ξανασηκωθώ χωρίς γκρίνια. Όπως και η Άννα στην ταινία. Μαθαίνει να δίνει χωρίς να περιμένει τίποτα πίσω. Η αγάπη και η προσφορά αποκομίζουν τα πιο θετικά φρούτα. Αποφάσισα, λοιπόν, να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο.