«Τα Φώτα της Πόλης»: Ορίζοντας την ρομαντική κωμωδία ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:52
30/1

«Τα Φώτα της Πόλης»: Ορίζοντας την ρομαντική κωμωδία

Υπάρχει άραγε άνθρωπος που δεν κλαίει στα, 90χρονα σήμερα κι ούτε μια θαμπάδα, «Φώτα της Πόλης»; Μόνο αυτοί που δεν την έχουν δει. Κι αυτοί δεν πρέπει να είναι πολλοί.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Βλέπεις ο Τσάπλιν, αυτός ο συναρπαστικός εγωΐσταρος, ο αμετανόητος που έδινε στον ομιλούντα «το πολύ τρία χρόνια», στα «Φώτα της Πόλης» όχι απλώς δημιούργησε μια συνταγή, όχι απλώς συγκέρασε την σύμπτωση, το μελόδραμα και τον διαβόητο πια τσαπλινικό ανθρωπισμό, αλλά δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο-καθρέφτισμα μιας τραχιάς μεσοπολεμικής εποχής (η Αμερική του Κραχ), στον οποίον μια ολάκερη ανθρωπότητα, ανεξαρτήτως φύλου κι εθνότητας, μπόρεσε διαχρονικά να ταυτιστεί, να συγκινηθεί, να κατοικήσει. Και οι κινηματογραφικοί κόσμοι που μπορείς να κατοικήσεις είναι οι πιο πραγματικοί.

Ο Τσάπλιν δεν χώνευε τον ομιλούντα, προβληματιζόταν πολύ για το πως θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει τον βωβό αλητάκο του και ήταν αρκετά εγωπαθής (το κάνει η ιδιοφυία αυτό) να πιστεύει και να δικαιούται να αναμετρηθεί ολομόναχος με την κολοσσιαία τεχνική εξέλιξη που θα άλλαζε το σινεμά. Έτσι, παρότι το σινεμά από το '29 και μετά ήταν ομιλόν, εκείνος αποφάσισε πως τα «Φώτα» θα ήταν βωβά. Ενσωμάτωσε βέβαια κάποιους ήχους, συγχρόνισε και τη μουσική αλλά η ταινία θα ήταν βωβή με μεσότιτλους.

Και οι πρώτες αντιδράσεις ήταν χλιαρές. Σ' ένα soft opening ο κόσμος βαρέθηκε – αχ αυτός ο κόσμος που βαριέται τόσο ασυλλόγιστα – κι ο Τσάπλιν βρέθηκε ενώπιον μια κρίσης που ορμούσε καταμέτωπα σε μια καριέρα παγκόσμιας εμβέλειας. Ανέλαβε, πρωτοφανώς, την διαφημιστκή προώθηση του φιλμ (καθώς ήταν και της United Artists της οποία ήταν ένας εκ των ιδρυτών), υπέγραψε πως θα έπαιρνε τις μισές εισπράξεις του φιλμ, απαίτησε ακριβότερο εισιτήριο (!) και ξεκίνησε μια σταδιακή καμπάνια προβολών στην κορύφωση της οποίας παρέστη και ο Άλμπερτ Άϊνστάιν. Αυτός ήταν ο Τσάπλιν. Οι κριτικές ήταν καλές – όχι διθυραμβικές. Μόνο κάποιοι διέβλεπαν πίσω από τον «υπερσυναισθηματισμό» -αχ αυτοί οι κριτικοί που ενοχλούνται από τα συναισθήματα- στην ανεπανάληπτη αποτελεσματικότητα του έργου.

Ο Τσάπλιν ξεκινούσε από σλάπστικ κλάσεως (η έναρξη με το άγαλμα και τον Σαρλό) για να φτάσει στην κάθαρση του φινάλε και της αποκάλυψης, περνώντας μέσα από έναν ζαλιστικό δαίδαλο τονικής τελειότητας. Γελάς-κλαις όποτε ο Τσάπλιν θέλει. Στην ίδια σκηνή; Στην ίδια σκηνή. Στο ίδιο πλάνο; Στο ίδιο πλάνο. Κλαις από χαρά, κλαις από μελαγχολία, κλαις γιατί συμβαίνει κάτι που δεν έχει άλλη επιλογή εκτόνωσης. Ο Τσάπλιν άλλωστε είναι ο πρωτομάστορας της δημαγωγίας – είναι όμως τέτοιο το ηθικό του κύρος που δεν μπορείς παρά να συγκατανεύσεις από τα έγκατα του οργανισμού σου.

Δίπλα του η Βιρτζίνια Τσέριλ, μια σταρλετίτσα της εποχής, παντρεύτηκε και τον Κάρι Γκραντ για λιγότερο από έναν χρόνο, που δεν έκανε σημαντική καριέρα (ίσως μόνο η συμμετοχή της στο «White Heat» με τον Κάγκνεϊ), εδώ ήταν ακριβώς αυτή που χρειαζόταν. Στην αιώνια τελική σκηνή, «παρασύρει» ακόμα και τον ίδιο τον Τσάπλιν σε μια εκφραστική οικονομία που είναι όλη η επιτυχία. Η φοβερή τελειομανία του σκηνοθέτη, με τα άπειρα takes και τις αναρίθμητες κινηματογραφημένες πρόβες, κατέληγε εκεί σε μια αποκρυστάλλωση, σ' ένα ξεγύμνωμα στον σκελετό του περιγραφόμενου.

Ο Τσάπλιν έγραψε για πρώτη φορά εδώ και την αξέχαστη μουσική του, αφήνοντας για λαϊτμοτίφ την κλασσική Βιολετέρα (στα τέλη του '50 την έκανε τεράστια επιτυχία και στην χώρα μας η Σαρίτα Μοντιέλ στην ομώνυμη ταινία), χωρίς όμως να δώσει credit στον συνθέτη της Χοσέ Παντίγια που κέρδισε το δικαστήριο με τον Τσάπλιν αργότερα. Το φιλμ υπήρξε άμεσα μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, έπρεπε όμως να έρθει η δεκαετία του '50, η χρυσή εποχή της αποτίμησης της τέχνης του σινεμά, για να έρθουν οι πρώτες συστηματικές επανεκδόσεις και να γίνει αντιληπτό το χνάρι της. Κάπου εκεί φαίνεται την είδε και μια πλειάδα μεγάλων ομοτέχνων (ο Γουέλς, ο Ταρκόφκσι, ο Κιούμπρικ, όλοι τους ορκίζονται σε δαύτο και είναι δηλωμένα γι' αυτούς μια από τις δέκα καλύτερες ταινίες όλων των εποχών), κάπου εκεί άρχισε και να στυλώνεται μια εκτυφλωτική φήμη. Φήμη που ως σήμερα, που σε πιάνουν λυγμοί κατά κύματα για την κατάντια της ρομαντικής κωμωδίας, υπερίπταται και αρχοντικά εποπτεύει. Ταινίες που αδυνατούν να συλλάβουν σε γλώσσα τόσο περίτεχνα απλή την ανθρώπινη κατάσταση, που ξέρουν να μιλούν για μας που, αν θες να το πας και μακριά, δίνουν μορφή και περιεχόμενο στο που θα πρέπει να κατευθυνόμαστε. Που σε γλώσσα τέλεια λαϊκή δομούν τα αρχέτυπα μιας νεότευκτης τέχνης που τα χρειάζεται.

«Τα Φώτα της Πόλης» προβάλλουν, 90 χρόνια τώρα, το δέον το ανθρώπινο. Λαμπυρίζουν μια επιστροφή στα μεταξύ μας βασικά, φέγγουν οδηγητικά στις σημασίες που πια μοιάζουν εξαφανισμένες. Όμως αυτά εκεί. Επίμονα, ξεροκέφαλα, σαν τον ίδιο τον Τσάπλιν, σου λένε πώς ο κόσμος θα ήταν καλύτερος. Πώς, αν σε πίστευες λιγάκι, θα ήταν όλα αληθινά.

Η Ακαδημία δεν τα αναγνώρισε σε καμία κατηγορία, απεναντίας το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου μέσα στα χρόνια τα έχει ανεβάσει στην 11η θέση (και την πρώτη των ρομαντικών κομεντί) είναι όμως η ιστορία των θεατών τους που τα χρειάζεται και εξακολουθητικά επιστρέφει σε αυτά.