Έγραψε (κυριολεκτικά) χιλιάδες τραγούδια, ταξίδεψε επτά δεκαετίες, διαπέρασε το θέατρο, το μιούζικαλ και το σινεμά, τιμήθηκε με 3 Έμμι, 11 Γκράμι, 2 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μία για Τόνι. Η Ντόλι ήταν σαν από πάντα εδώ. Και για πάντα θα παραμείνει.
Δεν είναι και τόσο «δική μας» εδώ στα κινηματογραφικά η Ντόλι Πάρτον, αν και σημείωσε μια κινηματογραφική καριέρα. Αν μεγάλωνες στην δεκαετία του ’80 θα έπεφτες οπωσδήποτε πάνω στο 9 to 5, τραγούδι και ταινία, ανάμεσα σε Λίλι Τόμλιν και Τζέιν Φόντα, «πρωτοφεμινιστική» ποπ απόλαυση. Το τραγούδι έφτασε και μέχρι τα Όσκαρ όπου ηττήθηκε από το «Fame» - το δέχεσαι. H ίδια τιμήθηκε με υποψηφιότητες, Ερμηνεία και Τραγουδιού στις Χρυσές Σφαίρες. Λίγο αργότερα θα συναντούσε, από όλους τους σταρ, τον Σιλβέστερ Σταλόνε για το Rhinestone, μια ταινία που υπέγραφε ο Μπομπ Κλαρκ (!), σεναριακά συνυπέγραφε ο Σλάι με τον Φιλ Άλντεν Ρόμπινσον, μια ταινία που κρεμιόταν στα μανταλάκια από κοινό και κριτική. Εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να του αντισταθώ, παραήταν απόλαυση να βλέπεις τους δυο τους, και η Ντόλι ήταν, όπως συνήθιζε, μια βαθιά δροσερή ανάσα.
Ανάμεσα στα δύο έργα, το 1982, ο Ντόλι ηγούνταν στο Καλύτερο Πορνείο του Τέξας (ναι, αντιμετώπισε δυσκολίες το στούντιο στο μάρκετινγκ λόγω της λέξης Whorehouse στον τίτλο), δίπλα στον Μπάρτ Ρέινολντς, μια μεγάλη επιτυχία στα ταμεία (εκθρόνισε και τον Εξωγήινο από το Νο 1 στην έξοδό της!), όχι ανάλογα και στους κριτικούς (τι περιμένατε δηλαδή), ένα ελαφρύ, έξοχα χαζοβιόλικο αμερικανικό υπερθέαμα του Νότου, στο οποίο ακούγεται και μια εκδοχή του I Will Always Love You, μέγιστου άσματος της διαδρομής της από το 1973 – περισσότερα σε λίγο.
Το 1989 ήταν μια από τις Ανθισμένες Μανόλιες, κόσμημα ανάμεσα σε κολιέ μεγάλων συναδέλφων της (ΜακΛέιν, Φιλντ, Ντουκάκις, Χάνα και Τζούλια Ρόμπερτς), ταινία που έκοψε εισιτήρια, αγαπήθηκε διαχρονικά από το κοινό (σωστά, όχι από τους κριτικούς) και δεν παρακάμπτεται ποτέ από την διαδρομή της Ντόλι στο σινεμά, διαδρομή που στα ‘80ς άρχισε και (σχεδόν) ολοκληρώθηκε πρακτικά.
Προσωπικά πρέπει να πω ότι έχω αδυναμία και στο Straight Talk, εκείνη την πέρα ως πέρα λησμονημένη κομεντί του 1992, για την οποία η Ντόλι έγραψε κιόλας άλλα δέκα τραγουδάκια, ένα εκ των οποίων όμως ήταν μια επίσκεψη από το παρελθόν (Light of a Clear Blue Morning) και πώς να μην υπέκυπτες. Στην ταινία στοίχιζε που δίπλα της ήταν ο Τζέιμς Γουντς, καλός, έντιμος μα ακατάλληλος, με έναν άλλον παρτενέρ το πράγμα θα υποβοηθούνταν.
Ωστόσο το 1992 είναι εκείνη η χρονιά που κάποια ταινιούλα με το όνομα Ο Σωματοφύλακας θα έβγαινε στις αίθουσες, Κέβιν Κόστνερ και Γουίτνι Χιούστον έγραφε η μαρκίζα, και η μαρκίζα αναβόσβηνε για κάμποσους μήνες μιας και η ταινία έκοβε εισιτήρια λες και στην αίθουσα μοίραζαν συντάξεις. Το καλύτερο πράγμα στην ταινία δεν ήταν άλλο από το I Will Always Love You της Ντόλι. Με την Γουίτνι Χιούστον να το τραγουδά με την αυτοπεποίθηση κάποιας που ξέρει ότι το happy end την περιμένει (εν αντιθέσει με την Ντόλι που το τραγουδά εσωστρεφώς σπαρακτικά με την ήττα χαραγμένη στη φωνή), το άσμα εκτόξευσε ταινία και royalties, έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών, ίσως εκείνο τα τραγούδι από ολόκληρη την δεκαετία του ’90 (ενδεχομένως μαζί με το άσμα της Σελίν Ντιόν από τον Τιτανικό) που κατέστη αυτόματα κλασικό, και ως γνωστόν αυτός είναι ένας αλώβητος στον Χρόνο χαρακτηρισμός.
Το 2012, έπειτα από μια μικρή σειρά cameo ή φωνητικών παρουσιών, η Ντόλι έπαιξε και στο Joyful Noise, με την Queen Latifah δίπλα της, σε μια ταινία αυτή τη φορά οι κριτικοί μπορεί και να είχαν δίκιο, αν και πάλι η ερμηνεία της Πάρτον ήταν ακέραιη. Δέκα χρόνια πριν υπήρξε και ένα Franck McKlusky, C.I. – για το οποίο αν δεν με απατά η μνήμη διάβασα σήμερα πρώτη φορά γράφοντας τούτο το άρθρο. Πάλι καλή θα είναι.
Ωστόσο όλα τα προηγηθέντα δεν είναι παρά μια καταφυγή στην πληροφορία εν μέσω μιας βαρυσυννεφιάς που απλώνεται στο άκουσμα του θλιβερού νέου. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Είχε μια όψη που δεν ξεχνούσες ποτέ, μια επιτηδευμένη, θεσπέσια, βήτα διαλογή (κλασική η ατάκα της «θέλει πολύ χρήμα για να καταφέρνεις να δείχνεις τόσο φτηνή») που προσέκρουε στην αδιανόητη, πλήρους φεμινιστικής ισχύος πεποίθησή της ότι το ταλέντο, η δημιουργία και το ατελείωτο μέσα της θα επιβαλλόταν, θα συνέθλιβε τα κλισέ, θα κατάφερνε να μας σκλαβώσει όλους για αυτό που είναι και όχι για αυτό που δείχνει. Θα κατάφερνε να μας κάνει να χαμογελάμε με την καρτουνίστικη κλεψύδρα-σώμα της και την κελαρυστή φωνή ομιλίας της, και στο τέλος θα μας είχε όλους, μα σύσσωμους, να κουνάμε το κεφάλι δεξιά-αριστερά με το τι κατάφερνε κι έγραφε και τραγουδούσε πάλι.
Ναι, η Ντόλι Πάρτον δεν μπορεί να φύγει ποτέ από κοντά μας, ναι τα τραγούδια (και είναι χιλιάδες, είπαμε) ακούγονται πάντα και κατά βούληση, αλλά, «η πίκρα σήμερα» λέει ότι δεν είναι πια ανάμεσά μας. Και αυτό ήταν όλα αυτά χρόνια μια μικρή-μικρή κι ανυπολόγιστη ανακούφιση.









