«Μαντ Μαξ: Ο Δρόμος της Οργής»: Στην κορυφή του κινηματογράφου δράσης της τελευταίας 10ετίας ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
10:50
3/3

«Μαντ Μαξ: Ο Δρόμος της Οργής»: Στην κορυφή του κινηματογράφου δράσης της τελευταίας 10ετίας

Ο (ελληνικής καταγωγής) μπαμπάς του «Μαντ Μαξ», Τζορτζ Μίλερ, έχει γενέθλια κι εμείς επιστρέφουμε στην ενθουσιώδη κριτική του Λουκά Κατσίκα από την πρεμιέρα της ταινίας των 6 Όσκαρ.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Κανείς δεν θα μπορούσε να ζωντανέψει ξανά τις περιπέτειες του Μαξ Ροκατάνσκι με τον εντυπωσιακό τρόπο που βλέπουμε να συμβαίνει στον «Δρόμο της Οργής». Μόνο ο πνευματικός του πατέρας, Τζορτζ Μίλερ, είχε την ικανότητα και το μεράκι να επαναφέρει μεγαλοπρεπώς το λατρεμένο του δημιούργημα, 30 χρόνια μετά την τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση, και να δικαιώσει μια τέτοια αναβίωση όχι με ψυχρά ωφελιμιστική διάθεση αλλά με γνήσιο πάθος.

Ο ελληνικής καταγωγής Αυστραλός σκηνοθέτης έχτισε στα τέλη του ’70 μια μοναδική μυθολογία περιπέτειας που έκτοτε μιμήθηκαν πολλοί, την τοποθέτησε στην καρδιά ενός εφιαλτικού και βαρβαρικού μελλοντολογικού κόσμου, επιχείρησε μέσω αυτής έναν ζωηρό συνδυασμό υπερβίαιου κόμικ, μοντέρνου γουέστερν και δυστοπικού οράματος και την εξαπέλυσε αυθάδη και γεμάτη ενέργεια στις αίθουσες του πλανήτη.

Σαν μια λαχανιαστή ακροβατική χορογραφία των σωμάτων και των μηχανών, ο «Δρόμος της Οργής» γίνεται μια εκθαμβωτική οπτική συμφωνία του μετάλλου με τη φωτιά και τη σκόνη

Το ενήλικο παραμύθι του «Μαντ Μαξ» ξεκίνησε δειλά αλλά αποφασιστικά το 1979, απέκτησε φουτουριστικές διαστάσεις και δυναμικό εκτόπισμα στις συνέχειες που ακολούθησαν και τώρα πραγματοποιεί ένα ευπρόσδεκτο προσκύνημα στις ρίζες της δεύτερης (και με διαφορά καλύτερης) ταινίας ολόκληρης της σειράς, δοκιμάζοντας να αναπαράγει την κινητική της τρέλα, τις ενήλικες χέβι μέταλ συγκινήσεις της και την αξιοθαύμαστη οικονομία που επιδείκνυε στην πλοκή και στη σκηνοθεσία.

Σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει. Ο καινούργιος «Μαντ Μαξ» ξυπνά στο εύκολα αναγνωρίσιμο μετα- Αποκαλυπτικό σύμπαν των προηγούμενων φιλμ, σαν να μην πέρασε μέρα από την τελευταία φορά που τον είδαμε στην οθόνη, πατά εξαρχής τέρμα γκάζι και συνεχίζει με τους ίδιους ιλιγγιώδεις ρυθμούς μέχρι το φινάλε, πραγματοποιώντας μόνο τα απαραίτητα σύντομα διαλείμματα που οφείλουν να λειτουργήσουν ως πρόσκαιρες ανάσες στο κοινό.

Στη συνέχεια καλωσορίζει τους θεατές, παλιούς και καινούργιους, στο ίδιο εκρηκτικό πάντρεμα καρτουνίστικης βίας, καρναβαλικής διάθεσης και ελεγχόμενου χάους που έκαναν τόσο δημοφιλείς τις τρεις προηγούμενες ταινίες και τους εισάγει στην αφήγηση μιας ιστορίας η οποία δανείζεται αρκετά στοιχεία από το «Μαντ Μαξ 2».

Αέναα περιπλανώμενος σε έναν αποδεκατισμένο πλανήτη, ο ήρωας επωμίζεται και πάλι τον ρόλο του απρόθυμου σωτήρα προκειμένου να βοηθήσει μια χούφτα ανθρώπων να απαλλαγούν από τα δεσμά ενός βάναυσου τυράννου και να οδηγηθούν πλησιέστερα στην ελευθερία. Αυτή τη φορά, ωστόσο, δεν είναι ο κυρίαρχος οδηγός στο τιμόνι της πλοκής, αλλά το μοιράζεται επάξια με μια θαρραλέα αντάρτισσα η οποία αναλαμβάνει να ταξιδέψει πέντε γυναίκες σκλάβους σε μια υποσχόμενη γη της επαγγελίας που υποτίθεται πως βρίσκεται κρυμμένη κάπου στο βάθος του ορίζοντα.

Αντικρίζοντας τους κανόνες της αρρενωπής περιπέτειας μέσα από ένα άκρως φεμινιστικό πρίσμα, ο Μίλερ επαναφέρει τις ίδιες οικολογικές ανησυχίες των πρότερων ταινιών της σειράς και τις χωράει, μαζί με ένα σωρό αλληγορικές σφήνες, στη λογική μιας δίωρης καταδίωξης μέχρις εσχάτων, βάζοντας τον διευθυντή φωτογραφίας να μεγαλουργήσει στη χρωματική του παλέτα και τον σχεδιαστή παραγωγής να αφήσει ξέφρενη την έμπνευσή του προκειμένου να συγκεντρώσει επί οθόνης ένα σαδομαζοχιστικό καραβάνι από μεταμοντέρνους μονομάχους, σαλταρισμένους πανκ και πολεμοχαρείς φυλές που ξεπροβάλλουν από κάθε γωνιά της ερήμου με εχθρικές διαθέσεις.

Όχι ένα ακόμη μηχανικό μπλοκμπάστερ αλλά μια πυρετική και παιχνιδιάρικη ταινία που ξέρει πώς να συνεπαίρνει τον θεατή, να κολακεύει το βλέμμα και να αντιμετωπίζει το comeback τον ήρωά της με τον θριαμβευτικό τρόπο που του άξιζε

Και επειδή δεν είναι ευτυχώς ένας ακόμη χολιγουντιανός διεκπεραιωτής, αλλά πολλά περισσότερα, ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται την έννοια του θεάματος ως τέχνη και ρίχνει επάνω της όλη του τη αγάπη και την βιρτουοζιτέ. Σαν μια λαχανιαστή ακροβατική χορογραφία των σωμάτων και των μηχανών, ο «Δρόμος της Οργής» γίνεται μια εκθαμβωτική οπτική συμφωνία του μετάλλου με τη φωτιά και τη σκόνη, προσφέροντας στην πορεία σκηνές τέτοιας απίθανης δράσης και φαντασίας στις λεπτομέρειες ώστε να χρειάζονται περισσότερες της μιας παρακολούθησης για να αφομοιώσει κανείς τα πάντα.

Επειδή ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερος θαυμαστής της ψηφιακής εποχής, από την άλλη, ο Μίλερ επαναφέρει τις χαμένες ηδονές του αναλογικού παρελθόντος με την επιλογή του οι περίτεχνες σκηνές συμπλοκών να γίνονται εφικτές όχι με την επίκληση των CGI ταχυδακτυλουργιών αλλά μέσα από ριψοκίνδυνες κασκάντες που σε σημεία αποστομώνουν με την δυσκολία τους.

Και, παρ’ όλο που έχει ως πρωταγωνιστή έναν ικανοποιητικό Τομ Χάρντι ο οποίος τηλεγραφεί ευαισθησίες καλά κρυμμένες πίσω από το σκληροτράχηλο περίβλημά του, το φιλμ βρίσκει το αδιαφιλονίκητο δέλεάρ του στην επιβλητική παρουσία της Σαρλίζ Θερόν, η οποία είναι συνυπεύθυνη (μαζί με τον σκηνοθέτη) για μια από τις πιο αξιομνημόνευτες θηλυκές φιγούρες που έχουμε δει τελευταία στο σινεμά.

Όλα τα παραπάνω συγχρονίζονται σε μια διαρκή διαπασών, λες και ο δημιουργός της ταινίας προσπαθεί να εκτονώσει χρόνια ολόκληρα συσσωρευμένης ενέργειας. Αν και αισίως 70 ετών, ο Τζορτζ Μίλερ κινηματογραφεί σε παροξυσμό, σα να πρόκειται να πιάσει κάμερα στα χέρια του για τελευταία του φορά και πρέπει να εξαντλήσει κάθε του δυνατότητα.

Χάρη στον ενθουσιασμό και την αφοσίωσή του, το «Μαντ Μαξ» γίνεται όχι ένα ακόμη μηχανικό μπλοκμπάστερ αλλά μια πυρετική και παιχνιδιάρικη ταινία που ξέρει πώς να συνεπαίρνει τον θεατή, να κολακεύει το βλέμμα και να αντιμετωπίζει το comeback τον ήρωά της με τον θριαμβευτικό τρόπο που του άξιζε. Όπερα της ταχύτητας και της υπερβολής, ο «Δρόμος της Οργής» αποτελεί μια πρώτης τάξεως mainstream ψυχαγωγία.