Πατρίσιο Γκουσμάν (1941-2026): Η μνήμη δεν πεθαίνει ποτέ - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
8:28
17/9

Πατρίσιο Γκουσμάν (1941-2026): Η μνήμη δεν πεθαίνει ποτέ

Ο σπουδαίος Χιλιανός ντοκιμαντερίστας, δημιουργός της μνημειώδους «Μάχης της Χιλής» και της «Νοσταλγίας για το Φως», πέθανε σε ηλικία 85 ετών. Άφησε πίσω του ένα έργο έξι δεκαετιών που κοίταξε κατάματα την πολιτική Ιστορία, αναζήτησε τους νεκρούς μιας χώρας και μετέτρεψε το ντοκιμαντέρ σε κινηματογράφο μνήμης, ποίησης και αντίστασης στη λήθη.

Από τον Πάνο Γκένα

Ο Πατρίσιο Γκουσμάν δεν κινηματογραφούσε την Ιστορία, «κατοικούσε» μέσα της. Για περισσότερα από 50 χρόνια επέστρεφε στην χώρα του, στο τραύμα και στις εικόνες που αρνούνταν να ξεθωριάσουν. Γεννημένος στο Σαντιάγο το 1941, σπούδασε κινηματογράφο στη Μαδρίτη και επέστρεψε στη Χιλή στις αρχές της δεκαετίας του ’70, την εποχή της προεδρίας του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Εκεί, με μια κάμερα και με φιλμ που ο Κρις Μαρκέρ του έστειλε από τη Γαλλία (όταν η αγορά υλικού στη Χιλή ήταν σχεδόν αδύνατη), ξεκίνησε να καταγράφει την πολιτική ένταση μιας χώρας που πλησίαζε δραματικά στο σημείο μηδέν.

Το αποτέλεσμα θα ήταν η «Μάχη της Χιλής», μια πεντάωρη τριλογία και ένα από τα θεμελιώδη έργα του πολιτικού ντοκιμαντέρ. Η κάμερα του Γκουσμάν βρέθηκε μέσα στις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες, στους δρόμους, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της ανατροπής της εκλεγμένης κυβέρνησης Αλιέντε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αουγούστο Πινοσέτ το 1973.

Ο ίδιος συνελήφθη μετά το πραξικόπημα και κρατήθηκε επί δύο εβδομάδες στο Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο. Τα κουτιά με το κινηματογραφικό υλικό κρύφτηκαν και φυγαδεύτηκαν από τη Χιλή. Ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, Χόρχε Μίλερ, συνελήφθη μαζί με τη σύντροφό του Κάρμεν Μπουένο το 1974 και εξαφανίστηκε. Ο Γκουσμάν εξορίστηκε και ολοκλήρωσε τη «Μάχη της Χιλής» μακριά από τη χώρα του, με τα τρία μέρη να κυκλοφορούν από το 1975 έως το 1979.

Θα μπορούσε να είχε τελειώσει εκεί, με ένα ήδη μνημειώδες έργο. Ο Γκουσμάν, όμως, έκανε κάτι πιο δύσκολο, πέρασε το υπόλοιπο της καριέρας του συνομιλώντας με εκείνη την ταινία χωρίς να την επαναλαμβάνει.

Η Χιλή έγινε το μεγάλο, αόρατο κινηματογραφικό του πλατό. Στο «Chile, Obstinate Memory» (1997) επέστρεψε στα πρόσωπα και στις εικόνες του παρελθόντος. Με το «The Pinochet Case» (2001) παρακολούθησε τις προσπάθειες λογοδοσίας του πρώην δικτάτορα και στο «Salvador Allende» (2004) αναζήτησε ξανά το πρόσωπο πίσω από το σύμβολο. 

Σταδιακά το πολιτικό ντοκουμέντο άρχισε να μεταμορφώνεται. Η δημοσιογραφική αμεσότητα συναντούσε πλέον το κινηματογραφικό δοκίμιο και η Ιστορία έβρισκε τρόπο να κρυφτεί μέσα στο τοπίο.

Στη συγκλονιστική «Νοσταλγία για το Φως» του 2010, ίσως την πληρέστερη έκφραση αυτής της νέας περιόδου, οι αστρονόμοι της ερήμου Ατακάμα κοιτούν προς το σύμπαν αναζητώντας φως εκατομμυρίων ετών, ενώ λίγα χιλιόμετρα μακριά γυναίκες ψάχνουν μέσα στην άμμο τα οστά συγγενών που εξαφανίστηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας. Ο ουρανός και η γη, το άπειρο και ένα ανθρώπινο θραύσμα, συναντιούνται στο ίδιο κάδρο.

Ακολούθησαν «Το Μαργαριταρένιο Κουμπί» και «Η Οροσειρά των Ονείρων» (ταινίες που έκαναν την πανελλήνια πρώτη τους στις Νύχτες Πρεμιέρας) ολοκληρώνοντας μια άτυπη τριλογία όπου η γεωγραφία της Χιλής μετατρέπεται σε γεωγραφία της μνήμης: η έρημος, το νερό και οι Άνδεις δεν είναι φόντο αλλά μάρτυρες. Ο Γκουσμάν είχε πλέον βρει έναν τρόπο να κάνει πολιτικό σινεμά χωρίς να αφήνει την πολιτική να φυλακίζει το σινεμά του.

Άλλωστε ο ίδιος δυσφορούσε με τον μονοδιάστατο χαρακτηρισμό του «πολιτικού σκηνοθέτη». Δεν θεωρούσε τον εαυτό του ούτε κοινωνιολόγο ούτε πολιτικό. Μιλούσε για ταινίες αλληγορικές και ποιητικές, για μια προσωπική ερμηνεία της πραγματικότητας. Και είχε δίκιο. Γιατί στις καλύτερες στιγμές του ο κινηματογράφος του δεν επιχειρούσε απλώς να εξηγήσει τι συνέβη. Προσπαθούσε να καταλάβει τι απομένει.

Το «My Imaginary Country», η τελευταία του ταινία, τον επανέφερε το 2022 στους δρόμους του Σαντιάγο, αυτή τη φορά ακολουθώντας το κοινωνικό κίνημα που ξέσπασε το 2019. Σχεδόν μισό αιώνα μετά τη «Μάχη της Χιλής», ο ηλικιωμένος πλέον σκηνοθέτης στεκόταν ξανά μπροστά σε μια νέα γενιά που διεκδικούσε μια διαφορετική χώρα. Ένας κύκλος έκλεινε χωρίς πραγματικά να κλείνει.

Γιατί αυτό ίσως ήταν πάντοτε το θέμα του Γκουσμάν: οι κύκλοι της Ιστορίας και όσα επιμένουν να επιστρέφουν.

Η «Μάχη της Χιλής» παραμένει το θεμέλιο της φιλμογραφίας του, όπως αναγνωρίζει και η επίσημη βιογραφία του. Όμως το πραγματικό μέγεθος του Πατρίσιο Γκουσμάν βρίσκεται στο ότι δεν αρκέστηκε ποτέ να είναι ο άνθρωπος που βρέθηκε με μια κάμερα στο σωστό ή στο πιο τραγικά λάθος σημείο της Ιστορίας. Πέρασε έξι δεκαετίες αναρωτώμενος τι σημαίνουν εκείνες οι εικόνες όταν οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα τους έχουν φύγει.

Τώρα έφυγε ο ίδιος στα 85 του χρόνια. Μένουν οι ταινίες, η έρημος, τα άστρα, τα όρη, οι δρόμοι του Σαντιάγο. Τα πρόσωπα που κοίταξαν κάποτε τον φακό του χωρίς να γνωρίζουν ότι θα γίνονταν Ιστορία.

Και μια κάμερα που, για εξήντα χρόνια, αρνήθηκε πεισματικά να ξεχάσει.