Γιατί έχω δει τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού» 32 φορές (μέχρι στιγμής) ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
8:21
12/6

Γιατί έχω δει τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού» 32 φορές (μέχρι στιγμής)

Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την πρεμιέρα των «Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού» του Στίβεν Σπίλμπεργκ στις αίθουσες. Και ο Λουκάς Κατσίκας, τεράστιος θαυμαστής της ταινίας, επιστρέφει με τη μνήμη του πίσω στο 1981 για να μοιραστεί πώς ένιωσε την πρώτη φορά που είδε την ταινία. Και όλες τις επόμενες...

Από τον Λουκά Κατσίκα

Το να είσαι μικρό παιδί και να βλέπεις για πρώτη φορά τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού» σε μεγάλη οθόνη είναι μια εμπειρία που θα κουβαλάς για πάντα. Εμένα αποτυπώθηκε τόσο έντονα στην μνήμη μου, ώστε θυμάμαι όχι μόνο τι συνέβη στην διάρκεια της προβολής, αλλά και τι προηγήθηκε αυτής. Θυμάμαι, ας πούμε, πως ήταν Τρίτη. Ήταν 1981. Ήταν παραμονές της 28ης Οκτωβρίου και δεν είχαμε την επομένη σχολείο. Είχα τη μητέρα μου συντροφιά και πηγαίναμε να δούμε την ταινία στο κεντρικό σινεμά της επαρχιακής μας πόλης. Είχαμε σκοπό να πετύχουμε την προβολή των εφτά και μισή. Έπρεπε μόνο να πείσουμε τον αιθουσάρχη να με αφήσει να μπω στην ταινία, γιατί ήταν «Ακατάλληλη» και, εκείνο τον καιρό, τέτοιοι χαρακτηρισμοί λαμβάνονταν σοβαρά στα υπ’ όψη.

Ο αιθουσάρχης μας υποδυόταν αρχικά τον δύσκολο, όμως έκανε τα στραβά μάτια, βγάλαμε εισιτήρια, βρήκαμε δυο θέσεις στο κέντρο του σινεμά. Έπειτα τα φώτα έσβησαν, το σήμα της Paramount μεταμορφώθηκε σε… βουνό των Άνδεων και, μέσα σε έξι μόλις λεπτά, ο Ιντιάνα Τζόουνς βρισκόταν στην καρδιά μιας πνιγμένης στην βλάστηση ζούγκλας, εισχωρούσε στο εσωτερικό ενός τρομακτικού σπηλαίου, υπερπηδούσε πλήθος θανάσιμων παγίδων, έκλεβε ένα ακριβοθώρητο αγαλματάκι, προδιδόταν από τους συντρόφους του, κινδύνευε να ποδοπατηθεί από έναν ογκώδη κυλιόμενο βράχο, προσπαθούσε να αποφύγει τα ακόντια μιας εχθρικής φυλής ιθαγενών και (ουφ!) αποδρούσε με ένα υδροπλάνο, έχοντας για παρέα στο πιλοτήριο τη μοναδική συντροφιά που αντιπαθούσε περισσότερο στον κόσμο: ένα φίδι!

Το μόνο που ήξερα ήταν πως αυτό που αντίκριζα στην οθόνη δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ

Αυτό ήταν όλο. Η ταινία δεν είχε καλά-καλά αρχίσει και εγώ ήμουν ήδη ολοκληρωτικά δικός της. Για τα επόμενα εκατόν δέκα λεπτά, η καρδιά μου δεν σταμάτησε στιγμή να χτυπά δυνατά. Σε κάποιες σκηνές χτυπούσε ακόμη πιο δυνατά. Στο στιγμιότυπο όπου ο Ιντιάνα προσπαθεί να κλέψει την κιβωτό από τα φορτηγά των Ναζί. Στο Πηγάδι των Ψυχών, με τα χιλιάδες δηλητηριώδη ερπετά. Στο γκραν γκινιόλ φινάλε όπου η κιβωτός αποκαλύπτει τα τρομακτικά μυστικά της.

Για τις δύο ώρες που απορροφούσα λαίμαργα κάθε συμπλοκή και δοκιμασία του πεισματάρη αρχαιολόγου, αισθανόμουν να συντελείται μπροστά μου κάτι εκπληκτικό, που δεν μπορούσα να σχηματίσω με λέξεις. Το μόνο που ήξερα ήταν πως αυτό που αντίκριζα στην οθόνη δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ.

Χάρισον Φορντ και Στίβεν Σπίλμπεργκ

Στις μέρες πριν την εμφάνιση του βίντεο, ο μοναδικός τρόπος για να ξαναζήσεις την εμπειρία μιας ταινίας ήταν να πληρώσεις ξανά εισιτήριο για να την δεις. Αυτό προσπάθησα να κάνω με τους «Κυνηγούς», αλλά έμεινα με τον καημό. Η ταινία είχε ολοκληρώσει τις προβολές της και συνέχιζε το ταξίδι της για κάποιο άλλο μέρος. Ο μοναδικός τρόπος να κρατήσω από αυτήν κάτι δικό μου ήταν να κλέψω την αφίσα της και κάποιες φωτογραφίες, που έχω φυλάξει μέχρι σήμερα. Κάποτε απέκτησα και το καπέλο του Ιντιάνα Τζόουνς, μαζί και το μαστίγιό του, αλλά αυτό είναι μια άλλη (και μάλλον λίγο της ντροπής) ιστορία.

Μετά από μερικά χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε και στο δικό μας σπίτι βίντεο, ήταν η πρώτη κασέτα που έβαλα να μου «γράψουν» (ο βιντεοκλαμπάς μας το έκανε παράνομα, να' ναι καλά ο άνθρωπος!). Την είδα τόσες φορές που σε μερικά σημεία η εικόνα έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά. Σταδιακά συνειδητοποίησα και αρκετά πράγματα που ήταν αδύνατο να αντιληφθώ όσο ήμουν μικρός. Όπως το πόσο ευγνώμονες οφείλουμε να είμαστε που το μαστίγιο του Ιντιάνα Τζόουνς δεν κατέληξε στα χέρια κάποιου άλλου ηθοποιού, αλλά στον Χάρισον Φορντ που μάλλον γεννήθηκε για να υποδυθεί αυτό τον ρόλο. Ή πόσο ωραία είναι η δουλειά του Λόρενς Κάσνταν στο σενάριο. 

Φρέσκος από την συγγραφή της «Αυτοκρατορίας Αντεπιτίθεται» (του καλύτερου μέρους σε όλο τον «Πόλεμο Των Αστρων»), ο μετέπειτα σκηνοθέτης της «Έξαψης» και της «Μεγάλης Ανατριχίλας» έδινε περισσότερες της μιας διάστασης σε χαρακτήρες που κινδύνευαν να γίνουν καρικατούρες. Έκοβε αχρείαστες υποπλοκές από την αρχική ιστορία που είχαν σκαρφιστεί ο Τζορτζ Λούκας με τον Φίλιπ Κάουφμαν,  τροφοδοτούσε με χιούμορ ακόμη και τις πιο σοβαρές καταστάσεις, γεννούσε αξιομνημόνευτα διαλογικά μέρη, έπλαθε εξαιρετικούς δεύτερους χαρακτήρες (κυρίως μέσα από το στρατόπεδο των Κακών), χάριζε στον πρωταγωνιστή μια ισάξιου δυναμισμού θηλυκή συντροφιά (Κάρεν Άλεν, ο πρώτος μου έρωτας!) και, κυρίως, σκιαγραφούσε έναν ακαταμάχητο και θαρραλέο αλλά ταυτόχρονα προσγειωμένο και τρωτό ήρωα. Που κουβαλά σε όλη την διάρκεια του φιλμ τραύματα και πληγές από τα ανδραγαθήματά του. Και σε βάζει να συμμεριστείς κάθε αγωνία και φόβο του.

Χάρισον Φορντ και Κάρεν Άλεν

Όταν τα φώτα της αίθουσας άναψαν, ένιωσα την ανάγκη να κρυφτώ στη θέση μου 

Πατώντας επάνω στις ασταμάτητα εφευρετικές σελίδες του Κάσνταν, ο Σπίλμπεργκ έπαιρνε τα συστατικά αυτά και τα στροβίλιζε σε έναν τυφώνα αδρεναλίνης που συνέδεε την περιπέτεια, τον ρομαντισμό, τον τρόμο και την φαντασία σε μια ασταμάτητη μηχανή πρόκλησης συγκινήσεων. Πολύ πριν την συνθετική εμπειρία της ψηφιακής εποχής, ο σκηνοθέτης επέλεγε η δράση του να είναι όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική, η βία του ενήλικη και σε σημεία σοκαριστική. Βρισκόμασταν, άλλωστε, στις αρχές του ’80, όταν το να δείξεις ένα πρόσωπο να λιώνει ή ένα κεφάλι να εκρήγνυται θεωρείτο ακόμη επιτρεπτό στο σινεμά. Και ο Σπίλμπεργκ εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε αυτή την ελευθερία.  

Σκέφτομαι καμιά φορά μήπως ο ενθουσιασμός μου για την ταινία οφειλόταν στο ότι την είχα πρωτοδεί μικρός και μάλλον την τοποθέτησα αυτομάτως στο κουτί με τις υπόλοιπες ευλαβικές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Ξέρω όμως πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Ιντιάνα Τζόουνς ήταν πολύ απλά το κλειδί που μου άνοιξε διάπλατα μια πόρτα και με έσπρωξε να μπω μέσα της. Ήταν η ταινία που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ο κινηματογράφος είναι ικανός για τα πάντα, και κυρίως γι’ αυτό τον απαράμιλλο τρόπο που έχει να σε εισχωρεί σε έναν θαυμαστό κόσμο και να σου δημιουργεί την τέλεια ψευδαίσθηση ότι μπορείς κι εσύ για λίγο να κατοικήσεις μέσα του.

Αυτό το ιδανικό ψέμα ήταν και το σημαντικότερο δώρο που πήρα από τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού». Όταν τα φώτα της αίθουσας άναψαν, ένιωσα την ανάγκη να κρυφτώ στην θέση μου. Δεν ήθελα με τίποτα να βγω ξανά στον έξω κόσμο. Ήθελα να μείνω κλεισμένος μέσα εκεί για πάντα.