Με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας «Το Πάρτυ Γενεθλίων» στο 16ο Athens Open Air Film Festival powered by ΔΕΗ, ο Γουίλεμ Νταφό μιλά στο ΣΙΝΕΜΑ για την Ελλάδα, τη σωματικότητα της ερμηνείας, το σινεμά μετά την πανδημία και την ανάγκη να παραμένει κανείς ανοιχτός στο άγνωστο και στην εμπειρία.
Πριν από λίγες εβδομάδες είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στην Αθήνα έναν σπουδαίο ηθοποιό, έναν ξεχωριστό πρωταγωνιστή, έναν αντισυμβατικό καλλιτέχνη: τον Γουίλεμ Νταφό. Αφορμή στάθηκε η πανελλήνια πρεμιέρα του «Πάρτυ Γενεθλίων» σε σκηνοθεσία Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ στο πλαίσιο του 16ου Athens Open Air Film Festival powered by ΔΕΗ.
Τον συνάντησα την επομένη της πρεμιέρας και, απολύτως συνεπής με την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία, ο Νταφό μετέτρεψε γρήγορα τη συνέντευξη σε κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη «στάση» προώθηση της ταινίας. Τη μεταμόρφωσε σε έναν στοχασμό πάνω στη δημιουργία, την περιέργεια και την ανάγκη του ηθοποιού να εκτίθεται σε κόσμους που δεν γνωρίζει.
Με αφετηρία τον Μάρκο Τιμολέων, έναν πανίσχυρο μεγιστάνα που κινείται ανάμεσα στην αυταρχική επιβολή και την προσωπική κατάρρευση, ο Νταφό μιλά όπως ακριβώς δουλεύει: χωρίς βεβαιότητες, με ένστικτο, γενναιοδωρία και ρίσκο. Παραμένει ανοιχτός στο μυστήριο που γεννά το σινεμά και στη δύναμη της συνάντησης με τον άλλον.
Απολαύστε τον.
INFO
Η ταινία «Το Πάρτυ Γενεθλίων» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 2 Ιουλίου σε διανομή Rosebud.21.
Έχετε συνεργαστεί με σπουδαίους Έλληνες σκηνοθέτες, πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, τόσο ως προς τη γενιά όσο και ως προς το κινηματογραφικό ύφος, όπως ο Γιώργος Λάνθιμος, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Κατσούπης. Τώρα συνεργάζεστε με τον Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ που έχει μια έντονα μεσογειακή ευαισθησία. Τι σας ελκύει στον ελληνικό κινηματογράφο ή σε δημιουργούς που κινούνται γύρω από αυτόν; Διακρίνετε κάποια κοινή συναισθηματική ή φιλοσοφική γλώσσα που τους συνδέει;
Ξέρετε, τώρα που κάνω συνεντεύξεις εδώ, πολλοί με ρωτούν ποια είναι η σύνδεσή μου με την Ελλάδα. Ως ένας Αμερικανός ηθοποιός είναι φυσικό να συνεργάζομαι με πολλούς και διαφορετικούς σκηνοθέτες, σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Πιστεύω ότι έτσι παραμένεις ευέλικτος, διατηρείς την περιέργειά σου ζωντανή και, πάνω απ' όλα, αυτό είναι κάτι που με συναρπάζει.
Δεν ξέρω ακριβώς γιατί έχω συνεργαστεί αρκετές φορές με Έλληνες δημιουργούς. Είναι όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και ο καθένας έχει τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα. Αυτό που ξέρω είναι ότι αισθάνομαι πολύ όμορφα στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια ζω στη Ρώμη, έχω παντρευτεί Ιταλίδα, μιλώ ιταλικά και δουλεύω στη Μπιενάλε Θεάτρου Βενετίας. Νιώθω, λοιπόν, πως έχω αρχίσει να συνδέομαι περισσότερο με τη μεσογειακή αντίληψη των πραγμάτων.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει την Ελλάδα ξεχωριστή; Δεν ξέρω. Εκείνο που με εντυπωσιάζει είναι ότι, κάθε φορά που έρχομαι εδώ, έχω την αίσθηση πως η Αθήνα διανύει μια πολύ δημιουργική περίοδο. Μου θυμίζει λίγο το συναίσθημα που είχα όταν ήμουν νέος στη Νέα Υόρκη. Υπάρχει ένα πραγματικά γόνιμο δημιουργικό έδαφος. Δεν βασίζεται απαραίτητα στις μεγάλες ευκαιρίες ή στις οικονομικές δυνατότητες, αλλά οι άνθρωποι έχουν πάθος, δημιουργούν, εκφράζονται.
Παράλληλα, υπάρχει η κληρονομιά ενός σπουδαίου πολιτισμού και, όπως μου φαίνεται, ένα πολύ καλό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότεροι Έλληνες κινηματογραφιστές με τους οποίους έχω συνεργαστεί διαθέτουν ευρύτατη παιδεία και πολύπλευρη καλλιέργεια. Αυτό δεν το συναντάς τόσο συχνά π.χ. σε σκηνοθέτες της Βόρειας Ευρώπης και σίγουρα όχι στον ίδιο βαθμό στους Αμερικανούς. Μπορεί να είναι εξαιρετικά ικανοί τεχνικά, όμως συχνά παρουσιάζουν μεγάλα πολιτισμικά κενά, επειδή και η ίδια η κουλτούρα τους έχει αντίστοιχες ελλείψεις σε ορισμένους τομείς.
Ίσως αυτό να παίζει κάποιον ρόλο. Από την άλλη, είναι δύσκολο να βάλεις στην ίδια γραμμή τον Αγγελόπουλο, τον Κατσούπη ή τον Άνχελ μιας και είναι εντελώς διαφορετικοί δημιουργοί.
Παρ' όλα αυτά, είμαι πολύ χαρούμενος κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ και ελπίζω να συνεχίσω να επιστρέφω. Αναμφίβολα, ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια αποτελεί έναν ιδιαίτερα γόνιμο δημιουργικό χώρο.
Μιλώντας για παράδοση και πολιτισμό, στο «Πάρτυ Γενεθλίων» είναι αντιληπτά στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας: η πίστη, οι οικογενειακές συγκρούσεις, η ύβρις, η πτώση. Κουβεντιάσατε αυτές τις αναφορές με τον σκηνοθέτη;
Είμαι από εκείνους τους ηθοποιούς που δουλεύουν κυρίως μέσα από τις σκηνές και όχι μέσα από τις θεωρητικές συζητήσεις. Βέβαια, υπάρχουν φορές που χρειάζεται εκτεταμένη έρευνα. Εδώ, για παράδειγμα, μελέτησα την πολιτική κατάσταση της δεκαετίας του 1970, επειδή η ιστορία διαδραματίζεται εκείνη την περίοδο και αυτό επηρεάζει τις επιχειρηματικές κινήσεις του ήρωα. Έπρεπε να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο ο Μάρκος Τιμολέων αποκτά την εξουσία του. Μελέτησα, λοιπόν, αυτό το ιστορικό πλαίσιο για να κατανοήσω καλύτερα τον χαρακτήρα.
Πέρα όμως από τις ίδιες τις σκηνές, ο Μιγκέλ Άνχελ κι εγώ δεν συζητήσαμε ιδιαίτερα. Και αυτό δεν είναι ασυνήθιστο. Όταν ένας σκηνοθέτης έχει δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο κινηματογραφικό κόσμο και υπάρχει ένα καλό σενάριο, συνήθως γνωρίζεις τι χρειάζεται να κάνεις. Αφοσιώνεσαι στις πράξεις του χαρακτήρα και, όταν το κάνεις πραγματικά, αυτές οι πράξεις αρχίζουν να επιδρούν πάνω σου. Τότε βιώνεις μια εμπειρία και αυτή η εμπειρία είναι που τελικά γεννά τον χαρακτήρα.
Δεν προσπαθώ τόσο να μεταφέρω κάποιο μήνυμα όσο να ζήσω μια αληθινή εμπειρία. Αν αυτή είναι αρκετά ειλικρινής και διαφανής, τότε ο θεατής μπορεί να συνδεθεί με τον χαρακτήρα. Δεν θέλω να του εξηγήσω κάτι, ούτε να του διδάξω κάτι. Θέλω να ζήσει την εμπειρία μαζί μου, παρακολουθώντας με. Όχι επειδή του προσφέρω μια ερμηνεία, αλλά επειδή προσφέρω τον εαυτό μου σε αυτήν την εμπειρία.

Με τον σκηνοθέτη της ταινίας Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ
Τελικά ο Μάρκος Τιμολέων είναι εμπνευσμένος από τον Αριστοτέλη Ωνάση;
Ναι, αλλά δεν ήθελα να το σκέφτομαι πολύ. Στην πραγματικότητα αυτό θα με μπλόκαρε. Δεν είμαι ειδικός στον Ωνάση, αλλά είναι σαφές ότι ορισμένα στοιχεία έχουν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε εκείνον. Και, φυσικά, ο κόσμος θα το σκεφτεί όταν δει την ταινία.
Όμως είναι όπως όταν κάνεις μια ιστορία που αφορά ένα ιστορικό πρόσωπο: χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να απομακρυνθείς από τις εντυπώσεις σου και από τις προκατασκευασμένες ιδέες σου, ώστε να μπορέσεις να μπεις σε εκείνον τον κόσμο. Εγώ χρειαζόμουν να είμαι ελεύθερος από αυτό. Γι’ αυτό δεν επικεντρώθηκα τόσο εκεί. Επικεντρώθηκα στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Συνήθως δεν με ελκύουν ιδιαίτερα τα οικογενειακά δράματα, πολύ συχνά είναι απλώς μια επίδειξη ψυχολογίας. Αυτό απαιτεί ένα είδος οικειότητας που δεν με ενδιαφέρει πάντα. Πιστεύω ότι η ομορφιά του κινηματογράφου βρίσκεται πολύ περισσότερο στο θαύμα και στο μυστήριο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, όλες οι σχέσεις είναι ενδιαφέρουσες. Ως ένα βαθμό είναι γνώριμες, αλλά καθορίζονται από εξαιρετικές συνθήκες και σχεδόν εμπεριέχουν ένα στοιχείο ηθικής κρίσης.
Ο Μάρκος είναι ένας ισχυρός άντρας. Είναι καταπιεστικός, είναι κάποιος με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθείς. Είναι μια δύναμη της φύσης απέναντι στην οποία πρέπει να αποφασίσεις αν θα πολεμήσεις ή αν θα υποταχθείς, ελπίζοντας ότι αυτό θα σου βγει σε καλό. Αν σταθείς κάπου στη μέση ή αν τον καταδικάσεις απόλυτα και προσπαθήσεις να τον καταστρέψεις, τότε θα συγκρουστείς μαζί του.
Νομίζω πως αυτές οι δυναμικές υπάρχουν πολύ έντονα στην ατμόσφαιρα σήμερα. Ο κόσμος μας γίνεται όλο και λιγότερο ένας κόσμος χωρών και όλο και περισσότερο ένα δίκτυο εξαιρετικά πλούσιων ανθρώπων, οι οποίοι βοηθούν ο ένας τον άλλον να παραμείνουν πλούσιοι με όλο και λιγότερη έγνοια για το ευρύ κοινό.
Αυτό ακριβώς ήθελα να σημειώσω. Ο Μάρκος ανήκει σε μια γενιά αυτοδημιούργητων μεγιστάνων που πιστεύουν ότι η εξουσία τους δίνει και ηθικό πλεονέκτημα.
Και το τρελό είναι ότι ο μέσος άνθρωπος, παρότι δεν του αρέσουν τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης, θαυμάζει τέτοιους ανθρώπους. Δεν θα απελευθερωθούμε πραγματικά μέχρι τη μέρα που οι άνθρωποι θα πιστέψουν βαθιά μέσα τους ότι η συσσώρευση εξουσίας και πλούτου δεν πρόκειται να κάνει τα πράγματα καλύτερα.
Αντίθετα, δημιουργούν μια καταστροφική ατμόσφαιρα. Πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους μοίρασμα. Πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους κοινότητα. Δεν μπορείς να στραγγαλίζεις τις φιλοδοξίες των ανθρώπων. Αυτές οι φιλοδοξίες δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μια παραμορφωμένη αίσθηση προσωπικής σπουδαιότητας, ώστε να παύουν να νοιάζονται για τους άλλους.
Στην ταινία διακρίνεται για άλλη μία φορά η έντονη σωματικότητα των ερμηνειών σας. Για παράδειγμα το ζεϊμπέκικο, η άνετη κίνηση στο νησί, το γυμνό κορμί. Πόσα πράγματα ανακαλύψατε στον Μάρκο μέσα από το σώμα και όχι μέσα από τον διάλογο;
Πάντα δουλεύω μέσα από το σώμα. Είμαι ηθοποιός του θεάτρου και ξεκίνησα σε μια πολύ σωματική θεατρική ομάδα, τη Wooster Group. Ακόμη και η δουλειά που έκανα αφότου έφυγα από εκείνη την ομάδα μετά από 30 χρόνια, όπως οι παραστάσεις με τον Μπομπ Γουίλσον, τον Ρίτσαρντ Φόρμαν, τον Καστελούτσι, ανήκουν στο σωματικό θέατρο.
Οπότε, προσεγγίζω τη δουλειά σωματικά και στον κινηματογράφο. Γιατί εμπιστεύομαι το σώμα. Το σώμα έχει μια δύναμη και μια επαφή με τη φύση που δεν μπορείς να έχεις όταν λειτουργείς αποκλειστικά εγκεφαλικά.
Σκέφτομαι πάντα όλες εκείνες τις λειτουργίες του σώματος που δεν ελέγχουμε. Μας συνδέουν με τη φύση, μας συνδέουν με όλα τα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής. Δεν χρειάζεται όλα αυτά να περιγραφούν. Όμως όλα περνούν μέσα από τις αισθήσεις μας. Από εκεί ξεκινάς.
Νομίζω ότι πολύ συχνά η προσέγγιση της ερμηνείας γίνεται υπερβολικά μέσα από το μυαλό. Γι’ αυτό πρέπει να βρεις τις πράξεις και να αφοσιωθείς σε αυτές με τέτοιον τρόπο, ώστε οι ίδιες οι πράξεις να αποκαλύψουν το μυστήριο, την ασυνέπεια και τις αντιφάσεις της ζωής μας.
Στο «Πάρτυ» ο Μάρκος είναι ταυτόχρονα χειριστικός και ευάλωτος, ιδιαίτερα στις σκηνές με την κόρη του. Πως μπορεί να συνυπάρχουν η πατριαρχική απειλή με την πατρική αγάπη και πώς χτίσατε αυτή τη δυναμική μαζί με τη Βικ Κάρμεν Σόνε;
Μπαίνεις στον ίδιο χώρο με έναν άλλον άνθρωπο, βλέπεις ποιος είναι, βλέπεις πώς προσεγγίζει αυτό που κάνει και μετά το διαχειρίζεσαι. Η Βικ μπορεί να είναι πολύ ελεύθερη, έρχεται από μια διαφορετική ερμηνευτική παράδοση από τη δική μου. Έχει όμως πολλά να προσφέρει συναισθηματικά.
Καθώς δουλεύαμε και καθώς ήρθα αρκετά κοντά της, υπήρχαν κάποιες στιγμές απογοήτευσης. Δεν είναι ο τύπος ανθρώπου που έχει μια τεχνική ώστε να μπορεί να επαναλαμβάνει τα πράγματα με ακρίβεια. Είναι, όμως, απολύτως παρούσα και έχει συναισθηματικό διακύβευμα σε όλα. Οπότε την αγαπάς γι’ αυτό. Την ίδια στιγμή, με έναν παράξενο τρόπο, την αγαπάς ακόμη και για την έλλειψη τεχνικής πειθαρχίας που μπορεί να έχει κάποιες φορές!
Εκείνη μπορεί να με κοιτάζει και να λέει «Ίσως αυτός είναι υπερβολικά τεχνικός ή άκαμπτος ή κάτι τέτοιο». Ποιος ξέρει!
Όταν δουλεύεις με συναδέλφους, πρέπει πάντα να βρίσκεις μια μέση οδό. Πρέπει να ανακαλύπτεις πώς να τους αντιμετωπίζεις και πώς αντιμετωπίζουν εκείνοι εσένα. Αυτό είναι πάντα διασκεδαστικό και γίνεται ιδιαίτερα γόνιμο όταν είσαι ανοιχτός στον τρόπο του άλλου.
Όταν υπάρχει κάποιου είδους αντιστοιχία ανάμεσα στις διαφορές σας και στην ιστορία που αφηγείστε, τότε είναι πολύ πιο εύκολο να αποκτήσεις πρόσβαση σε αυτό που χρειάζεται η σκηνή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αγάπησα πάρα πολύ, αλλά κάποιες φορές ήθελα να της τις βρέξω. Δεν το έκανα, βέβαια, γιατί είμαι ένας πολύ ευαίσθητος και ευγενικός άνθρωπος.

Μιας και μιλάμε για ηθοποιούς, βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις σκηνές σας με τον Χρήστο Στέργιογλου. Είναι ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς στην Ελλάδα, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο. Πώς ήταν η εμπειρία της συνεργασίας μαζί του;
Είναι ένας πολύ ζεστός άνθρωπος, με υποδέχτηκε με μεγάλη γενναιοδωρία. Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Χρήστος και ο Μάρκος Τιμολέων έχουν μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία μέσα στην «ιστορία» της ταινίας.
Πολλά πράγματα δεν λέγονται, πολλά δεν εξηγούνται. Εγώ δεν δουλεύω ιδιαίτερα με backstory, με προϊστορίες των χαρακτήρων, αλλά το γεγονός ότι υπονοείται πως στο παρελθόν είχαν κάποιου είδους στενής, ίσως και ερωτικής σχέσης, είχε ενδιαφέρον.
Υπήρχε αγάπη εκεί. Το δίλημμα του δικού του χαρακτήρα, το γεγονός πως δεν εγκρίνει απόλυτα τον Μάρκο, αλλά ταυτόχρονα τυφλώνεται από αυτή την αγάπη, ήταν κάτι δύσκολο. Υπάρχει επίσης η αγάπη του Μάρκου για εκείνον, αλλά δεν μπορεί πια να του δώσει αυτό που εκείνος επιθυμεί. Υπάρχει συνενοχή, αλλά υπάρχει και πολλή ένταση.
Ο Χρήστος είναι ένας πολύ ικανός ηθοποιός. Απόλαυσα πραγματικά τη συνεργασία μαζί του. Είναι ευγενικός και θερμός. Αυτό σημαίνει καλό κάστινγκ και καλός συνδυασμός ανθρώπων. Πρόκειται μάλιστα να παρουσιάσει μία παράστασή του στο πλαίσιο του Biennale Teatro σύντομα (σ.τ.σ. πρόκειται για την παράσταση «Ιαχές» που έκανε την ιταλική της πρεμιέρα στις 9 - 10 Ιουνίου), έναν πολύ όμορφο στοχασμό.
Έχετε κινηθεί με μεγάλη άνεση ανάμεσα σε χολιγουντιανές παραγωγές και σε ανεξάρτητες κινηματογραφίες. Τι είναι αυτό που σας επιστρέφει σε τέτοια πρότζεκτ;
Όταν οι ηθοποιοί μιλούν για το «γιατί» επιλέγουν κάποια πράγματα, συχνά μιλούν για τους ρόλους. Εγώ δεν ξέρω τι είναι ο ρόλος. Δεν ξέρω τι είναι η ταινία μέχρι να την κάνουμε. Κάποιες φορές έχω ερμηνεύσει έναν ολόκληρο ρόλο και ακόμη δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Έχω όμως μια εμπειρία.
Αυτό που επιθυμώ, λοιπόν, είναι να βρίσκομαι σε ένα γόνιμο περιβάλλον, σε έναν χώρο που μου επιτρέπει να δημιουργήσω κάτι. Να βρίσκομαι με ανθρώπους που με εμπνέουν. Οι άνθρωποι είναι πολύ σημαντικοί. Οι συνθήκες είναι πολύ σημαντικές.
Μου αρέσει να ανακατεύω τα πράγματα. Όχι για να δείξω ότι έχω μεγάλη γκάμα ή ότι μπορώ να υποδυθώ πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες. Αλλά για να μπορώ πάντα, με έναν αληθινό και ειλικρινή τρόπο, να λέω: «Τι είναι αυτό;»
Να μην πέφτω απλώς σε μια επανάληψη τεχνικής ή σε μια επανάληψη του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία της δημιουργίας μιας ταινίας. Έτσι, ξεγελάς τον εαυτό σου. Του βάζεις εμπόδια. Του δίνεις κάτι άγνωστο. Γιατί αυτό το άγνωστο θα σε αναγκάσει να κινηθείς προς κάτι που δεν γνωρίζεις και αυτό, για μένα, είναι πάντα η ουσία. Αυτή είναι η ομορφιά του να είσαι ερμηνευτής, η προσπάθεια να κινηθείς προς την εμπειρία κάποιου άλλου.
Όταν το κάνεις αυτό, δεν μαθαίνεις απλώς κάτι, μεγαλώνει και η ματιά σου πάνω στον κόσμο. Μεγαλώνει η φαντασία σου, η ελπίδα σου, η ικανότητά σου να αγαπάς περισσότερο.
Αν βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον που δεν σε επιβεβαιώνει πάντα με τον παραδοσιακό τρόπο, που δεν σου λέει αυτό που θέλεις να ακούσεις ή δεν επιβεβαιώνει τον τρόπο με τον οποίο ζεις, τότε αυτό είναι μια πρόκληση. Και πρέπει να βρεις τη θέση σου.
Βρίσκοντας αυτή τη θέση, δημιουργείται μια νέα διάσταση. Μέσα σε αυτή τη νέα διάσταση μαθαίνεις κάτι. Και όταν μαθαίνεις κάτι, είσαι ένας αλλαγμένος άνθρωπος. Όταν είσαι ένας αλλαγμένος άνθρωπος, μπορείς να εφαρμόσεις αυτή την αλλαγή σε αυτό που κάνεις. Τότε γίνεσαι πραγματικά αυτός ο χαρακτήρας. Δεν ερμηνεύεις μόνο, μεταφέρεις ένα μήνυμα. Όταν προσαρμόζεσαι σε διαφορετικές συνθήκες, απομακρύνεσαι από τον εγωκεντρισμό σου. Γίνεσαι πιο ταπεινός.
Το διαπιστώνω και στη δική μου ζωή. Μετακόμισα στην Ιταλία, μιλάω πλέον αρκετά καλά ιταλικά, αλλά η πάλη με τη γλώσσα είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να ελέγχεις το εγώ σου. Αποκτάς ένα διαφορετικό επίπεδο σεβασμού και μια διαφορετική ματιά στον κόσμο. Βλέπω διαφορετικούς μηχανισμούς από εκείνους που θα έβλεπα αν είχα μείνει όλη μου τη ζωή στη Νέα Υόρκη, όπου οι άνθρωποι σε τοποθετούν σε συγκεκριμένο πλαίσιο κι εσύ έχεις συνέχεια τις ίδιες κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στα πράγματα.
Γι’ αυτό μου αρέσει να τα ανακατεύω. Μου βγαίνει φυσικά. Δεν τα σχεδιάζω όλα αυτά.
Μετά την πανδημία, ο κόσμος του κινηματογράφου άλλαξε πάρα πολύ. Το κοινό συνήθισε την ευκολία του streaming, οι κινηματογραφικές αίθουσες βρίσκονται σε κρίση. Μπορεί να ανακάμψει το σινεμά;
Δεν είμαι σίγουρος.
Ακούγεστε απαισιόδοξος.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, και δεν αφορά μόνο το σινεμά, είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε σήμερα. Η τεχνολογία και η πανδημία μάς έσπρωξε σε μία κατεύθυνση, έβαλε τους πάντες μέσα στα σπίτια τους, έβαλε τους πάντες μπροστά σε συσκευές, έκανε τον καθένα βασιλιά του δικού του μικρού βασιλείου, μέσα σε ένα κουτί.
Όλοι βρίσκονται πια μέσα σε ένα κουτί, το οποίο κουβαλούν ακόμη και όταν περπατούν στον δρόμο. Είναι οι πρωταγωνιστές του δικού τους δράματος.
Έχουμε χάσει ένα συγκεκριμένο είδος παιχνιδιού, ένα είδος κοινωνικού φλερτ, ανάμειξης, αστεϊσμών. Πιστεύω πως υπάρχει μια υπερβολική ευαισθησία γύρω από την πολιτική ορθότητα. Όλα αυτά έχουν πέσει πάνω μας σαν σωρός από τούβλα.
Τώρα που όλοι βλέπουν ταινίες στο σπίτι, περιορίζεται ο διάλογος γύρω από το σινεμά. Δεν υπάρχει πια εκείνος ο χώρος όπου ζεις μια κοινή, συλλογική εμπειρία. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί αυτό είναι που μας ενώνει. Αυτό είναι που διαμορφώνει τον πολιτισμό μας και δημιουργεί μια κοινή γλώσσα, μέσα από την οποία μπορούμε να βρούμε τη θέση μας μέσα στο ευρύτερο σύνολο.
Αλλά αν είμαστε όλοι μέσα στα μικρά μας κουτιά, ο καθένας ζει μέσα στην αυταπάτη του. Ο καθένας πηγαίνει όπου θέλει. Και το διαδίκτυο, ιδιαίτερα χάρη στους αλγόριθμους, θα σε πάει ακριβώς εκεί, γιατί ξέρει πού θέλεις να πας. Δεν υπάρχει ρίσκο.
Βεβαίως, υπάρχουν και πολλά καλά πράγματα. Δεν θέλω να ακουστώ σαν ένας γκρινιάρης ηλικιωμένος που νοσταλγεί το παρελθόν και είναι εντελώς εναντίον της τεχνολογίας. Δεν είμαι. Αλλά είναι σαφές ότι, κοινωνικά, έχουμε χάσει μια συγκεκριμένη ικανότητα. Έχουμε χάσει ένα είδος προσοχής.
Η κρίση του κινηματογράφου, λοιπόν, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από αυτό.
Για το streaming δεν ξέρω πάρα πολλά, γιατί εξακολουθώ να είμαι τυχερός. Γυρίζω αρκετές ταινίες που, ακόμη κι αν τελικά καταλήξουν σε πλατφόρμες, γίνονται εξαρχής με την ιδέα της κινηματογραφικής διανομής. Κάτι που, περιθωριοποιείται όλο και περισσότερο.
Το πρόβλημα, όμως, με το streaming είναι πολύ απλό και δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς πραγματικά να το αμφισβητήσει. Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ότι οι άνθρωποι βλέπουν ταινίες με τόσο αποσπασμένη προσοχή, ώστε οι πιο απαιτητικές, οι πιο ανταποδοτικές ταινίες, εκείνες που ζητούν από τον θεατή να είναι πιο παρών, πιο καθαρός, πιο προσεκτικός, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν.
Γιατί; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν πια να το κάνουν. Παίρνεις από μια ταινία ό,τι βάζεις κι εσύ σε αυτήν. Αν μαγειρεύεις, αν είσαι στο τηλέφωνο ή αν βλέπεις κάτι στον υπολογιστή, η ταινία δεν θα σε αγγίξει. Αυτό δημιουργεί ένα είδος πνευματικής υποβάθμισης, μια αίσθηση χοντροκομμένης απλοποίησης και προφανούς αφήγησης. Ξαφνικά το περιεχόμενο θα αρχίσει να καθορίζεται αποκλειστικά από αλγόριθμους.
Παράλληλα υπάρχει και η κρίση της τεχνητής νοημοσύνης, που πλέον γράφει σενάρια. Δεν λέω κάτι καινούργιο και δεν είμαι τρελός. Εγώ θα προσπαθήσω να συνεχίσω να κάνω ταινίες και θα συνεχίσω να κάνω ό,τι μπορώ. Και εξακολουθώ να περνάω καλά μέσα σε όλο αυτό.









