Ζωή Σαν Σινεμά
Marcel et Monsieur Pagnol
Από τον δημιουργό του «Τρίο της Μπελβίλ» και του «L’ Illusioniste», ένα animated εργόχειρο πάνω στον Μαρσέλ Πανιόλ, τον Γάλλο θρύλο της λογοτεχνίας και ακόμα περισσότερο του Θεάτρου και του Κινηματογράφου μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ρομαντικό, σπιρτόζικο, λίγο παραπάνω σβέλτο από όσο απαιτούν οι περιστάσεις και απολαυστικά γαλλόφιλο, ένα animation για μεγάλα παιδιά που, αν έχουν δικά τους παιδιά, δεν θα έβλαπτε να τα πάρουν μαζί τους.
Για τον Μαρσέλ Πανιόλ αρμόζουν σελίδες επί σελίδων. Ευτυχώς έχουν γραφτεί από αρμοδιότερους. Δυστυχώς, βέβαια, η ουσία και η εποχή του έχουν πια εξαϋλωθεί. Ο Σιλβέν Σομέ, αυτός ο «δικός μας άνθρωπος», δεν ανέχεται το γεγονός αυτό και συντάσσει ένα animation όπως μόνο αυτός γνωρίζει, χειροποίητο βέβαια, και με αυτή την τεχνοτροπία την τόσο αναγνωρίσιμη (από σινεφίλ) που μεταμορφώνει σαγηνευτικά το θέμα του. Αυτός είναι και ο ένας πόλος, ο καθαρά εικαστικός και ακόλουθα αισθητικός, που ξεχωρίζει το έργο. Αν τυγχάνει να ανήκεις σε αυτούς που μπορεί και να αγαπούν τον Πανιόλ, να νοσταλγούν την εποχή που από κινηματογραφικής επαγωγής μοναχά έζησαν, αν στο άκουσμα του Παρισιού, ή της Μασσαλίας του Μεσοπολέμου, χορδίζεται κάτι εντός αποφασιστικά ρομαντικό και μυθοποιημένο (άρα και όχι απαραίτητα υπαρκτό πέραν της υλικότητας του μυαλού σου), από τις πρώτες στιγμές της ταινίας λογίζεσαι κατακτημένος.
Κι αυτό μολονότι ο Σομέ δεν είναι συγγραφικά στις μεγάλες πιένες του. Η ιστορία κυλά μεν γοργά με την δεξιότητα που τον διακρίνει, και σε αυτό βοηθά το σκίτσο με την γλαφυρά έγχρωμη κι αναστατωτική χάρη του, όμως η επεισοδιακότητα προκύπτει επιδερμική και υποκύπτει τελικά σε μια εσφαλμένη αυτοπεποίθηση ότι παρακινεί συγκινησιακά. Σε ένα κοινό, στο οποίο ανήκει ο υπογράφων εξού και η ελαφρώς επιεικής βαθμολογία, αυτό συμβαίνει. Αλλά πρέπει να επισημανθεί τόσο η οικειότητα με τον βιογραφούμενο, όσο και η καλή προαίρεση που ενώνει τις τελείες. Ένα πιο ανοίκειο κοινό της ταινίας ίσως γοητευθεί περαστικά με την επιφάνειά της, με την αναδρομή της, αλλά δύσκολα θα συγκινηθεί ή ενδώσει σε περαιτέρω ταξίδι στη ζωή, το έργο και την εποχή του Πανιόλ.
Ο δεύτερος πόλος, αξιαγάπητα, φαίνεται από τον πρωτότυπο τίτλο. Είναι το μοτίβο της συνύπαρξης της ενηλικίωσης με τον εαυτό της πρώτης νιότης. Μέσω αυτού ο Σομέ, δίχως να κατρακυλά στην γλυκερή επιτήδευση, παρουσιάζει μια θαυμάσια αγορίστικη (εν προκειμένω, λόγω βιογραφούμενου) δημιουργία. Κι έτσι μιλά γενικότερα για την ενδότερη συμπόρευση των ηλικιών, για την διαρκούσα έμπνευση, για την μνήμη που πυροδοτείται κάθε τρις και λίγο όταν νόμισες ότι ξεθώριασε και οι υποσημειώσεις σβήστηκαν. Δεν σβήστηκαν, λέει ο Σομέ, είναι πάντοτε εκεί, ενίοτε και όσο χρειάζεται ξανά μυθολογημένες, αρκετά για να κρατήσουν την φωτιά αναμμένη. Άλλωστε πολλές φορές είναι υποσημειώσεις αυτές, οι ατμόσφαιρες των στιγμών, να όπως ακριβώς στο έργο του Σομέ, που συνθέτουν εκείνο που κρατήσαμε και μας συντροφεύει. «Η ζωή δεν είναι ωραία, αλλά είναι όμορφη». Πώς να μην χαρείς ένα έργο τέτοιας πίστης, τέτοιας παρηγοριάς, ιδίως σήμερα;











