Σας Πιστεύουμε - ταινιες || cinemagazine.gr

Σας Πιστεύουμε

On Vous Croit

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Βέλγιο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σαρλότ Ντεβιλέρς & Αρνό Ντιφεΐς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Σαρλότ Ντεβιλέρς & Αρνό Ντιφεΐς
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μιριέμ Ακεντιού, Λοράν Καπελούτο, Ναταλί Μπρουντς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Πεπέν Στρουγιέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Λολίτα Ντελ Πίνο
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 78'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: One From The Heart
    Σας Πιστεύουμε

O δικαστικός αγώνας μιας μητέρας εναντίον του πρώην συζύγου και πατέρα των παιδιών της, τον οποίον κατηγορεί, μεταξύ άλλων, για σεξουαλική κακοποίηση του μικρού αγοριού τους. Αυστηρό δράμα ευρωπαϊκών προδιαγραφών και λιτής, ρεαλιστικής απεικόνισης, με φεστιβαλική διαδρομή και μια Ειδική Μνεία στην περυσινή Μπερλινάλε.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Μετά την βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά γερμανική «Karla» της περασμένης εβδομάδας, ιδού και το αδελφάκι της από το Βέλγιο. Το επίκεντρο είναι ακριβώς το ίδιο, η σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού από τον πατέρα του, η δικαστική συνθήκη παρόμοια, η «απόφαση» ειλημμένη (ο πατέρας είναι ένοχος), ακόμα και το κίνητρο των δύο παραγωγών μοιάζει καθρέφτισμα του ενός στο άλλο: Η 12χρονη Κάρλα σε μια στιγμή δηλώνει ότι ο λόγος της καταγγελίας του πατέρα της είναι προκειμένου «να την πιστέψουν», κάτι που εδώ αποτελεί, εν μέρει ειρωνικά, τον ίδιο τον τίτλο της ταινίας.  

Είναι παραπάνω από σαφές ότι μερίδα των κινηματογραφιστών αντλεί δικαιολογημένα από την πιεστική πραγματικότητα ενός κόσμου στον οποίον τα θύματα (οικογενειακής βίας, σεξουαλικής κακοποίησης ειδικότερα) καλούνται, βασανιστικά, να αποδείξουν το ότι υπήρξαν θύματα. Εδώ, όπως και στην γερμανική ταινία, η δράση/πλοκή μεταφέρεται στον δικαστικό χώρο, το τελευταίο σύνορο του μεταξύ μας πολιτισμού, εκεί όπου η Δικαιοσύνη οφείλεται (ναι, κατά το δυνατόν) να αποδοθεί, ο θύτης να τιμωρηθεί, το θύμα να δικαιωθεί. Ακόμα πιο πολύ, ίσως, να το πιστέψουν. Ένα από τα πολλά δύσκολα, δυσβάσταχτα, του να είσαι άνθρωπος στον θαυμαστό κόσμο μας, είναι να κουβαλάς το φορτίο ενός τραύματος και ο καθένας να έχει γνώμη (και να την δημοσιεύει) περί του ποια θα έπρεπε να είναι η…δέουσα συμπεριφορά σου, να κριτικάρεσαι ή και να κρίνεσαι για την εμπειρία σου και πολλές φορές ακόμα-ακόμα να αμφισβητείσαι. Βέβαια το δίπολο έχει και την άλλη του πλευρά. Να μην είσαι στην πραγματικότητα θύμα, οπότε και στην περίπτωση αυτή θύμα γίνεται αυτό/ή/ό που διαπομπεύεις και θύτης είσαι εσύ. Και τότε το τραύμα ανήκει αλλού. Όμως αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη, εξίσου ενδιαφέρουσα, συζήτηση.

Ωστόσο, ακόμα κι αν κάποιος δεχθεί (που ως κριτικός, οφείλει) ότι η θεματολογία του Τραύματος στον Κινηματογράφο, τόσο από τον 2ο ΠΠ και μετά, εν συνεχεία μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ (οπότε και το αμερικανικό σινεμά εισήγαγε και μετέτρεψε σε παντιέρα την θεματική), αλλά και σήμερα με την νομοτελειακή εξισορρόπηση ζητημάτων κοινωνικής/φυλετικής αναθεώρησης, έχει κυριαρχήσει, θα πρέπει ίσως και να διαπιστώσει ότι έχει και υπερκεράσει την δραματουργική επίρρωση μιας θεραπείας. (Βέβαια, η θεραπεία έχει μικρότερη δραματική βαρύτητα. Εκτός, θα έλεγε ένας θαυμαστής του Φρανκ Κάπρα, αν έχεις ταλέντο.) Και τότε, ταινίες όπως η παρούσα ενδέχεται, για κάποιους θεατές, να προσκρούσουν σε υφάλους ηθικής και αισθητικής υφής.

Οι οποίοι ύφαλοι, αν θα πρέπει κάπως σβέλτα να παρουσιαστούν, συνδέονται με το είδος της δραματουργίας. Είδος που αποσπάται αποφασιστικά από την πανανθρώπινη επαγωγή, την ικανότητα δηλαδή μιας ιστορίας να υψώνεται από το προσωπικό στο συλλογικό. Είδος που εστιάζει τόσο φανατικά στην ιστορία που παρουσιάζει, που σαν ένα είδος μεσημεριανής τηλεοπτικής εκπομπής κοινωνικού σχολιασμού -ασφαλώς με το ένδυμα του κοινωνικά κατεπείγοντος, την στήριξη των ούριων ανέμων της κυρίαρχης συζήτησης, αλλά και το υψωμένο φρύδι της φεστιβαλικής τέχνης- τελικά σε βάζει ετσιθελικά στον ρόλο ενός διαιτητή (καλύτερα: δικαστή) σε βαθιά προσωπικά προβλήματα «άλλων ανθρώπων» για τα οποία μάλιστα η γνώμη σου οφείλεται (de facto, εν προκειμένω, αφού η ταινία διαλέγει πλευρές ήδη από το ντεκουπάζ της αλλά και τους –ξανά ανάλογους με την «Κάρλα»- τίτλους τέλους), σαν την οπτική σου, προαποφασισμένη. Έτσι λοιπόν όχι μόνο πρέπει να γίνεις, ίσως άθελά σου, μάρτυς μιας αυστηρά «οικογενειακής ιστορίας», όχι μόνο πρέπει να αυτοθωπεύεσαι απονέμοντας δίκαιο, αλλά, τυπικά για την μονοδιάστατη επικρατούσα κουλτούρα, πρέπει και αδίστακτα να συμφωνείς με την σκηνοθετική/δραματουργική υπόδειξη. Ειδάλλως, ποιος ξέρει, μπορεί και να εξαιρεθείς από την κάστα των ευνοουμένων, να ακυρωθείς δηλαδή, ως υπέρμετρα (και φυσικά εσφαλμένα) σκεπτικός. Με άλλα λόγια, όπως η καθημερινή μας δραματουργία των social (και όχι μόνο) επιτάσσει, πρέπει να απαντάς σε κάθε ερώτημα που σου τίθεται και πρέπει να το απαντάς κατάλληλα ώστε να κατοικείς στη σωστή πλευρά της ιστορίας – με μικρό ή κεφαλαίο η τελευταία.

Η τακτική αυτή, μέρος μιας γενικότερης στρατηγικής που σκοτώνει τον διάλογο, τα χρώματα των διαφορών, την σκέψη, την ελευθερία και τον χαρακτήρα, αναγκαστικά προσωπικά μιλώντας, μού είναι απεχθής στη ζωή, άρα και στον Κινηματογράφο που καθρεφτίζει τη ζωή αυτή. Υπό το πρίσμα αυτό, τούτη είναι μια ταινία ενάντια στις αρχές μου.

Ωστόσο, υπάρχουν και τα αμιγώς κριτικά κιτάπια, αυτά υπό τα οποία οφείλει να επιχειρήσει κανείς μια κάποια αντικειμενικότητα ανάγνωσης ενός έργου τέχνης. Με αυτή την ανάγνωση, και παρά το ότι η ταινία έκδηλα είναι ένα στρατευμένο έργο που αρνείται την ουσιαστική διαλεκτικότητα, οφείλω να πω ότι τόσο η ντοκιμαντερίστικης ευθύτητας ερμηνείες (και της πρωταγωνίστριας Μιριέμ Ακεντιού που σκηνοθετείται και θριαμβεύει δημαγωγικά με όλα τα δίκια του κόσμου και τις μηχανές προσέλκυσης της ταύτισης αναμμένες) είναι εξαιρετικές, όσο και η προμελέτη του ντεκουπάζ και της ηχηρής σκηνοθεσίας στο πώς δείχνεται η δικαστική διαδικασία προσεγμένη. Ταυτόχρονα, η θριλερική υπογράμμιση, μέσω υπόκωφης ηχητικής μπάντας, αλλά και κατευθυντικά χρήσιμων σεναριακών/διαλογικών επιλογών, νύξεων και αναστολών του κυρίως πιάτου (το θύμα μιλά καλύτερα και μιλά τελευταίο), λειτουργούν έως και συγκινητικά, ακόμα και εάν ήδη γνωρίζεις ότι συγκαταλέγεσαι στους πολέμιους αυτής της λογικής σινεμά. Άλλωστε, ακόμα κι αν γυροφέρνουμε πλήθος ενστάσεων επί της οπτικής γωνίας (μία από αυτές φέρνει στο νου τον φροϋδικό «Μικρό Χανς» – αλλά αυτά είναι αχρείαστες περιπλοκές για τους δημιουργούς, έχουν ξεπεραστεί, άλλη ταινία θέλουν να κάνουν), ακόμα κι αν η όποια προσωπική εμπειρία εκτιμά ότι η ταινία δεν θα πληροφορήσει το κινηματογραφικό μέλλον και θα σβήσει σύντομα στο περιορισμένο της μικροκλίμα, στο κάτω-κάτω άνθρωποι είμαστε κι εμείς οι κριτικοί. Με τους καλούς είμαστε. Που, όπως λέει και ο Λέοναρντ Κοέν, «όλοι ξέρουν ότι ηττήθηκαν».

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Σας Πιστεύουμε
  • Σας Πιστεύουμε