Η Δίκη των 7 του Σικάγου ? ταινιες , κριτικες || cinemagazine.gr

Η Δίκη των 7 του Σικάγου

The Trial of the Chicago 7

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ/Μ. Βρετανία/Ινδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άαρον Σόρκιν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Άαρον Σόρκιν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Γιάχια Αμπντούλ-Μάτιν ΙΙ, Σάσα Μπάρον Κοέν, Ντάνι Φλάχερτι, Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Φρανκ Λαντζέλα
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Φαίδων Παπαμιχαήλ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντάνιελ Πέμπερτον
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 129'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Πλούσιο σε περιεχόμενο αλλά ελλιπές στη διαχείρισή του, το δικαστικό δράμα της χρονιάς φανερώνει την ανεπάρκεια του σκηνοθέτη Άαρον Σόρκιν σε σχέση με τον σεναριογράφο Άαρον Σόρκιν και την προσπάθεια μιας παραγωγής να συνδέσει σχεδόν με το ζόρι το 1969 με το 2020. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Ένα από τα παράδοξα αποτελέσματα της εποχή μας, της εποχής του «τώρα» όπου κάθε πολιτικό γεγονός ή αντιπαράθεση που βρίσκεται στη επικαιρότητα γίνεται αυτομάτως πεδίο πόλωσης, είναι πως όταν έρθει η στιγμή γι’ αυτό να αξιολογηθεί από έναν θεσμό όπως αυτόν της δικαιοσύνης, το ενδιαφέρον του κοινού έχει ήδη ατονίσει. Η μακρόχρονη και υπομονετική διαδικασία της απόδειξης ή μη ενός συμβάντος και οι μηχανισμοί που λειτουργούν υπέρ ή κατά της αλήθειας δεν συνάδουν με τις ταχύτητες των συνθημάτων και των hashtags καθώς ο κόσμος έχει προχωρήσει προωθώντας άλλα,  με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται συνεχώς η σημασία της επίρριψης ευθυνών και ποινών αλλά και το αν μια τόσο θεμελιώδης αρχή για τα κοινά ενός τόπου κινείται στα όρια της νομιμότητας ή όχι.

Γνωρίζοντας καλά το παρόν, ο Άαρον Σόρκιν παίρνει πάνω του ένα πολιτικό γεγονός από το 1968, τις συμπλοκές και τις συλλήψεις που έγιναν στο Σικάγο έξω από το συνέδριο των Δημοκρατικών, και ξεκινά ένα δικαστικό δράμα προσπαθώντας να στρέψει το ενδιαφέρον στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας - το τί συνέβη για όσους βρίσκονται στην αίθουσα. Ξεκινά με αρχειακό υλικό που δείχνει την προετοιμασία του συνεδρίου και σκηνές των πρωταγωνιστών από τα μέρη τους ενώ ετοιμάζονται να βγουν στους δρόμους κι αμέσως πετάγεται στη μέρα της δίκης. Τα όσα συνέβησαν θα τα μάθουμε μαζί με τους ενόρκους, με το πλεονέκτημα που μας δίνει το μοντάζ να «βλέπουμε» την πραγματικότητα όταν αυτή αλλοιώνεται από τους μάρτυρες ενός μηχανισμού που έχει προαποφασίσει τις ποινές. Έτσι, η Δίκη του λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο ενός καθορισμένου κινηματογραφικού είδους (αγαπημένου στο κοινό αλλά και σε όσους δίνουν βραβεία) και παράλληλα λειτουργεί παρατηρητικά, κοιτώντας το κλάσμα της απόδοσης της πραγματικότητας προς αυτήν.

Αυτό το κλάσμα χρησιμοποιείται αντί της οποιαδήποτε καταγγελίας ως μέσο για να αντιληφθούμε το μέγεθος της κρατικής παρέμβασης σε αυτή την ιστορία. Στους χαρακτήρες αυτής, η ταινία λανθασμένα προσδίδει όλη σχεδόν την ευθύνη της αδικίας πάνω στο πρόσωπο του δικαστή (ο Φρανκ Λαντζέλα σε ρόλο κομμένο και ραμμένο πάνω του), παρουσιάζοντας έναν εισαγγελέα σχεδόν φιλικό προς τους κατηγορούμενους (ο Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ κάνει ό,τι μπορεί για να αποβάλλει την πηγαία συμπάθεια του προσώπου του) και ένα παρακράτος που νιώθουμε πως παρεμβαίνει αλλά το βλέπουμε ελάχιστα. Στο περιεχόμενο και τις σπουδαιότερες στιγμές της δίκης, ως φιλμ που έγραψε ο Σόρκιν, οι μεμονωμένες ατάκες που τσακίζουν βρίσκονται σε αφθονία, με τον ίδιο όμως να κάνει κουραστική προσπάθεια να φαίνεται επίκαιρος, ειδικά σε στιγμές μεγάλης έντασης όπου ακουμε φράσεις που παραπέμπουν άμεσα και κάπως άκομψα στο 2020.

Οι βασικοί κατηγορούμενοι χρησιμοποιούνται ως βάρη και αντίβαρα στην ισορροπία της ταινίας ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, με τον Άμπι Χόφμαν του Σάσα Μπάρον Κόεν και τον Τζέρι Ρούμπιν του Τζέρεμι Στρονγκ να έχουν ξεκάθαρα κωμικές κατευθύνσεις, με βασικό όχημα την ειρωνεία, ενώ ο Έντι Ρέντμεϊν ως Τομ Χέιντεν παίζει την περισσότερη ώρα ως ένας χαρακτήρας μπερδεμένος, προσπαθώντας να διατηρήσει μια αξιοσέβαστη εικόνα άσχετα αν αντιλαμβάνεται πως αδικείται ανοιχτά. Σχεδόν μέσα και έξω από τη δίκη, ο Γιάχια Αμπντούλ-Ματίν ως συνιδρυτής στους Μαύρους Πάνθηρες πρωταγωνιστεί σε μια από τις δυνατότερες σκηνές της ταινίας - και αντίστοιχα αυτή που ο Σόρκιν παλεύει να την κάνει so 2020. 

Σκηνές έντασης υπάρχουν κι άλλες όμως η τοποθέτησή τους μέσα στην ταινία δείχνει ξανά (μετά το «Παιχνίδι της Μόλι») την αδυναμία που έχει ο Σόρκιν ως σκηνοθέτης. Τελειώνοντας η ταινία, δίνεται η εντύπωση πως έχουμε παρακολουθήσει μια αναγκαστικά κομμένη μίνι-σειρά με σκοπό να είναι λίγο μικρότερη για να προβληθεί σε σινεμά. Η αποσπασματική αφήγηση δεν είναι πρόβλημα, αφού κανείς δεν περίμενε πλήρη περιγραφή μιας δίκης 5 μηνών, όμως η αφήγηση συνδέει κάπως τις σημαντικότερες στιγμές της δίκης με κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, χάνοντας στο δρόμο την ανάγκη για ένα συμπαγές αποτέλεσμα από τη στιγμή που βάζει ως προτεραιότητα ένα δίκαιο μοίρασμα χρόνου σαν να είναι η ίδια κατηγορούμενη και προσπαθεί να αποδείξει στο κοινό πως δεν αδικεί κάποιον. Οι επιλογές αυτές κάνουν το φιλμ του Σόρκιν να μην ξεφεύγει από κανόνες του παρελθόντος για το είδος και να καταφεύγει σε κόλπα αλα Όλιβερ Στόουν, στη δύναμη του βαρύγδουπου ή το δραματικό ύψωμα της φωνής, σε μια ιστορία με τόσες προεκτάσεις που στο φινάλε μοιάζει μάλλον ανεκμετάλλευτη και σχεδόν βεβιασμένα γυρισμένη για να βγει σε χρονιά εκλογών. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Δίκη των 7 του Σικάγου
  • Η Δίκη των 7 του Σικάγου