Michael - ταινιες || cinemagazine.gr

Michael

Michael

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αντουάν Φουκουά
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τζον Λόγκαν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζαφάρ Τζάκσον, Νία Λονγκ,Λόρα Χάριερ, Τζουλιάνο Βάλντι, Μάιλς Τέλερ, Κόλμαν Ντομίνγκο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ντιόν Μπίμπι
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 127'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    Michael

Ανάμεσα στον μύθο και το τραύμα του Μάικλ Τζάκσον, το «Michael» επιχειρεί να αναμετρηθεί με ένα τεράστιο κεφάλαιο της ποπ, αλλά επιλέγει (προφανώς) την ασφάλεια αντί της τόλμης. Ένα καλοφτιαγμένο μα επιφανειακό biopic, που αναπαράγει τη λάμψη χωρίς να φωτίζει τις σκιές.

Από τον Πάνο Γκένα

«People say I'm not okay
'Cause I love such elementary things
It's been my fate to compensate
For the childhood
I've never known».

Οι στίχοι του «Childhood» από το «HIStory: Past, Present and Future, Book I» δεν λειτουργούν απλώς ως μια εξομολόγηση του Μάικλ Τζάκσον, αλλά ως ένα είδος ερμηνευτικού κλειδιού για να προσεγγίσει κανείς τη δημόσια και ιδιωτική του περσόνα. Αν συνυπολογίσει κανείς και την ασπρόμαυρη εικόνα του booklet (ένα παιδί κουλουριασμένο, φοβισμένο, να κρατά ένα μικρόφωνο σαν σωσίβιο) το πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο σαφές: ο «Βασιλιάς της Ποπ» υπήρξε ταυτόχρονα ένα παγκόσμιο φαινόμενο και μια βαθιά τραυματισμένη προσωπικότητα. Ένας καλλιτέχνης που άλλαξε τη μουσική βιομηχανία, αλλά και ένας άνθρωπος που, όσο περνούσαν τα χρόνια, έβλεπε την εικόνα του να μετατοπίζεται από το είδωλο προς το αίνιγμα ή και την αμφιβολία.

Οι εκκεντρικότητες (οι διαρκείς μεταμορφώσεις της εμφάνισης, η έπαυλη Neverland ως μια ιδιωτική ουτοπία, η παρουσία του Bubbles ως σχεδόν συμβολικού «φίλου») και, φυσικά, τα σκάνδαλα που στιγμάτισαν τη δημόσια εικόνα του (καταγγελίες για αποπλάνηση και σεξουαλική κακοποίηση, δικαστικές περιπέτειες, οικονομικά χρέη) συνθέτουν ένα υλικό εξαιρετικά δύσκολο στη διαχείριση. Και κάπου εδώ ξεκινά το βασικό πρόβλημα του «Michael». Η ταινία μοιάζει να γνωρίζει τη δυσκολία, αλλά επιλέγει να την παρακάμψει αντί να τη διαπραγματευτεί.

Ο Αντουάν Φουκουά (της «Ημέρας Εκπαίδευσης» και των «The Equalizer») καταλήγει σε μια προσέγγιση που θυμίζει περισσότερο επιμελημένη αφήγηση ενός biopic «Wikipedia». Με την ξεκάθαρη παρουσία του Michael Jackson Estate στην παραγωγή, το φιλμ δίνει την αίσθηση ενός πρότζεκτ που θέλει να ελέγξει απόλυτα το αφήγημα. Το «Michael» κουβαλά μία τεράστια προσδοκία, αλλά τελικά παραδίδει ένα αποτέλεσμα πολύ πιο περιορισμένο από το μέγεθος του μύθου που επιχειρεί να αποτυπώσει. Η δύσκολη παιδική ηλικία, ο αυταρχικός πατέρας Τζόζεφ Τζάκσον, το πατρονάρισμα των Jackson 5, η σωματική κακοποίηση του μικρού Μάικλ, ο σωματοφύλακας Μπιλ Μπρέι, η αγγελική φωνή, το χάρισμα, τα ρεκόρ, όλα είναι εδώ. Όλα είναι γνωστά. Σχεδόν βιωματικά για όσους μεγάλωσαν με τη μουσική του. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία δεν πηγαίνει πέρα από αυτή την καταγραφή. Δεν εμβαθύνει, δεν αναστοχάζεται, δεν προσθέτει ουσιαστικά κάτι νέο. Το «Michael» δεν αφηγείται τόσο μια ιστορία, όσο παραθέτει στιγμές.

Εστιάζοντας κυρίως στην ταραχώδη σχέση πατέρα - γιου, ο Φουκουά περιορίζει το εύρος της αφήγησης σε μια σειρά «οικογενειακές ιστορίες», αφήνοντας στο περιθώριο την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Τζάκσον. Ο χαρακτήρας παρουσιάζεται σχεδόν επιγραμματικά ως ένας δημιουργός με «πολλές ιδέες», χωρίς να βλέπουμε πραγματικά τη διαδικασία, τη σύλληψη, τη μεταμόρφωση της έμπνευσης σε πολιτισμικό γεγονός. Ένας «Man in the Mirror» χωρίς τον καθρέφτη που θα αποκάλυπτε τις ρωγμές. 

Σκηνοθετικά, η ταινία είναι άρτια, επαγγελματική, χωρίς εμφανείς αστοχίες, αλλά απρόσωπη. Δεν υπάρχει εκείνη η ματιά που θα μετατρέψει το υλικό σε κάτι προσωπικό, κάτι ζωντανό. Αντίθετα, ακολουθεί πιστά τις συμβάσεις του μουσικού biopic, χωρίς να τις αμφισβητεί ή να τις ανανεώνει. Σε αυτό το επίπεδο, μοιάζει περισσότερο συγγενής με το «Bohemian Rhapsody» παρά με μια πιο τολμηρή βιογραφική προσέγγιση. Βλέπεται ευχάριστα, αλλά δύσκολα μένει στη μνήμη.

Η ταινία μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στη φιλοδοξία και τη διστακτικότητα και τελικά να επιλέγει τη δεύτερη ως μία safe επιλογή που θα προσφέρει εμπορικό εχέγγυο. Αντί να εμβαθύνει σε μια από τις πιο αντιφατικές και σύνθετες προσωπικότητες της ποπ κουλτούρας, επιλέγει μια διαδρομή εξωραϊσμένη. Οι αιχμηρές γωνίες λειαίνονται, οι σκοτεινές πλευρές αποσιωπώνται και το αποτέλεσμα είναι ένα πορτρέτο που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί πλήρες (Τζάνετ Τζάκσον και - ειδικά - η Νταϊάνα Ρος απούσες). Ακόμα και οι εκκεντρικές του επιλογές, για παράδειγμα η εμφάνιση του Bubbles, είναι γραμμένη έτσι ώστε να προκαλέσει το γέλιο και όχι να αναδείξει την εύθραυστη πνευματική του κατάσταση. 

Η απουσία των πιο αμφιλεγόμενων κεφαλαίων της ζωής του Τζάκσον δεν είναι απλώς μια αφηγηματική επιλογή, αλλά στοιχείο που καθορίζει συνολικά τον τόνο της συγκεκριμένης ταινίας. Χωρίς αυτά, η αφήγηση στερείται βάρους και πολυπλοκότητας. Ο χαρακτήρας παραμένει σε μεγάλο βαθμό επίπεδος, εγκλωβισμένος σε μια εικόνα που μοιάζει περισσότερο με εγκεκριμένο μνημείο παρά με ανθρώπινο πορτρέτο. Όπως αναφέρεται στους τίτλους τέλους βέβαια «His Story Continues», άρα αν όντως κυκλοφορήσει δεύτερο μέρος (η Lionsgate θέλει τουλάχιστον 700 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις για να δώσει το πράσινο φως) το «Michael» μπορεί να επαναξιολογηθεί με άλλο φίλτρο.

Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει ένα στοιχείο που πραγματικά ξεχωρίζει: η ερμηνεία του Τζαφάρ Τζάκσον. Ο ανιψιός του Μάικλ Τζάκσον, Τζαφάρ, είναι εντυπωσιακός σε επίπεδο μίμησης και σωματικότητας. Δεν περιορίζεται σε μια επιφανειακή αναπαράσταση, αλλά απορροφά ολιστικά τη σκηνική του ενέργεια, τις μικροκινήσεις, τον ρυθμό, τη μοναδική ένταση που χαρακτήριζε κάθε του εμφάνιση. Υπάρχουν στιγμές που η ψευδαίσθηση λειτουργεί πλήρως. Ξεχνάς ότι βλέπεις έναν ηθοποιό και όχι τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Επωμίζεται την αλλαγή των εποχών και από φοβικός έφηβος γίνεται κυρίαρχος της σκηνής. Ειδικά η αναπαράσταση της ιστορικής στιγμής στον εορτασμό των 25 χρόνων της Motown, εκεί όπου ο Μάικλ πρωτοέκανε moonwalking, η ενσάρκωση - εμψύχωση του Τζαφάρ Τζάκσον είναι ανατριχιαστική. Ικανή να σου πέσει το σαγόνι από το επίπεδο της αφοσίωσης. Όλα είναι σωστά στον πόντο.

Από το παραπάνω είναι σαφές πως η δουλειά που έχει γίνει (με τη συνδρομή του βραβευμένου με Όσκαρ Δ. Φωτογραφίας Ντιόν Μπίμπι) στις γενναιόδωρες σε διάρκεια μουσικές σκηνές της ταινίας είναι επισταμένη και καθοριστική. Εκεί, το φιλμ βρίσκει πραγματικά τον παλμό του. Οι αναπαραστάσεις των εμβληματικών performances έχουν ενέργεια, ακρίβεια και απίστευτη μεταδοτική δύναμη. Είναι οι στιγμές που θυμίζουν γιατί ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε κάτι πολύ παραπάνω από ένας απλός ποπ σταρ στη συνείδηση των θαυμαστών/-στριών του. Το γεγονός πως οι σκηνές αυτές λειτουργούν ως σχόλιο στην δραματική ανάπτυξη του σεναρίου, και όχι ως αυτόνομα highlights, είναι κάτι που συνδράμει στην αφηγηματική συνοχή.

Το «Michael» είναι ένα «feel-good» αφιέρωμα, μία ευκαιρία για να ξαναζήσει το κοινό τη λάμψη του Μάικλ Τζάκσον και να επανασυστηθεί σε ένα νέο. Tο ζήτημα δεν είναι αν πρόκειται για κακοφτιαγμένη ταινία, γιατί δεν είναι τέτοια. Το βασικό πρόβλημα είναι πως αποφεύγει το δημιουργικό ρίσκο. Αναπαράγει τη λάμψη, την αισθητική, ακόμη και την αύρα ενός θρύλου, αλλά δεν πλησιάζει τον άνθρωπο πίσω από αυτόν. Το πολυπληθές fan base του Τζάκσον είναι σίγουρο πως θα ενθουσιαστεί. Για τους fans θα είναι ένα «Thriller» για τον «Invincible» Βασιλιά της Ποπ. Όσοι, όμως, επιθυμούσατε μία καλλιτεχνικά «Dangerous» προσέγγιση στο «HIStory» ενός καλλιτέχνη που είχε φιλοδοξία «Off the Wall» θα διαπιστώσετε πως η ταινία λάμπει στην επιφάνεια, αλλά διστάζει να κοιτάξει κάτω από αυτήν. Too… «Bad».

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Michael
  • Michael