Βενετία 2026: Το «Bucking Fastard» του Βέρνερ Χέρτσογκ απέχει πολύ από τη σπουδαία ταινία που δεκαετίες περιμέναμε από αυτόν
Στην πρώτη τους κοινή εμφάνιση στο σινεμά, ήδη φαβορί για το φετινό βραβείο ερμηνείας του Φεστιβάλ Βενετίας, οι αδελφές Ρούνι και Κέιτ Μάρα αποστομώνουν υποδυόμενες ένα παράδοξο ζευγάρι αδελφών στην άκρως εκκεντρική όσο και τρομερά άνιση νέα ταινία του 84χρονου Γερμανού σκηνοθέτη.
Λίγες αληθινές ιστορίες στα χρονικά έχουν υπάρξει τόσο παράξενες όσο εκείνη της Φρίντα και της Γκρέτα Τσάπλιν από την πόλη Γιορκ της Βόρειας Αγγλίας. Πανομοιότυπες δίδυμες, οι δύο γυναίκες διατηρούσαν από την εφηβεία και μέχρι το τέλος της ζωής τους μια αδιαπέραστη (και επιστημονικά ανεξήγητη) εξάρτηση μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν ήταν το πιο παράξενο με την περίπτωσή τους: οι αδελφές Τσάπλιν έζησαν μαζί και παρέμειναν αχώριστες, ντύνονταν με τον ίδιο τρόπο, περπατούσαν σε απόλυτο συγχρονισμό και μιλούσαν ταυτόχρονα, λέγοντας τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Από ένα σημείο και έπειτα χρειάστηκε να μεγαλώσουν ανεξάρτητα από την οικογένειά τους, να ζητήσουν τη βοήθεια ιδρυμάτων ή και ευγενικών συνανθρώπων, αφού οι γονείς τους δεν αναλάμβαναν πλέον τη στήριξή τους.
Στη δεκαετία του '80, οι δίδυμες Τσάπλιν βρέθηκαν ενώπιον δικαστηρίου με την κατηγορία ότι παρενοχλούσαν έναν άντρα ο οποίος για σύντομο χρονικό διάστημα διατηρούσε ερωτική σχέση και με τις δύο μαζί. Η υπόθεση τούς έδωσε ξαφνικά τεράστια δημοσιότητα και αργότερα ενέπνευσε κινηματογραφικά δύο ντοκιμαντέρ και μία μικρού μήκους ταινία, ενώ κάποια στιγμή ενδιαφέρθηκε για την ιστορία τους και ο Βέρνερ Χέρτσογκ, ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να τις συναντήσει κι από κοντά, λίγο πριν τον θάνατο της πρώτης, το 2007.
Ο Χέρτσογκ δεν ξέχασε ποτέ τις αδελφές Τσάπλιν. Και φέτος εμπνεύστηκε από αυτές το «Bucking Fastard», παραλλάσσοντας σκόρπια περιστατικά από τη ζωή τους σε μια αποσπασματικής δομής και παραμυθένιου τόνου πλοκή. Οι δύο αδελφές της ταινίας (που, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, ονομάζονται πλέον Τζιν Και Τζόαν Χόλμπρουκ και επιμένουν να τονίζουν ότι δεν είναι δίδυμες) εμπλέκονται αρχικά σε μια παρόμοια περίπτωση δίκης με εκείνη των Τσάπλιν. Στην πορεία όμως, η πραγματική και πιο μύχια ανάγκη τους αποδεικνύεται πως δεν είναι ένα απλό ερωτικό καπρίτσιο αλλά μια βαθιά επιθυμία να βρουν την αγάπη και ένα μέρος στο οποίο να ανήκουν. Υπάρχει όμως μέρος στον κόσμο για ανθρώπους όπως η Τζιν και η Τζόαν; Υπάρχει στοιχειώδης κατανόηση για την τόσο εκκεντρική φύση τους; Ή μόνο περίεργοι που τις σταματούν στο δρόμο για μια φωτογραφία ή κακόβουλοι γείτονες που θέλουν να τις εκμεταλλευτούν;
Τόσο μαγνητική είναι η παρουσία των δύο αδελφών πρωταγωνιστριών ώστε δίνουν την εντύπωση ότι ο Χέρτσογκ απέμεινε να τις κοιτάζει αποσβολωμένος, δίχως να ξέρει τελικά πού να τις οδηγήσει
Η ταινία έχει ένα εκπληκτικό θέμα να διηγηθεί και πολλές συναρπαστικές κατευθύνσεις να ακολουθήσει. Σε επίπεδο παραδοξότητας και μόνο, ελάχιστα άλλα φιλμ μπορούν να συγκριθούν μαζί της. Παράλληλα, το «Bucking Fastard» επικοινωνεί απευθείας και με το συνολικό σινεμά του Χέρτσογκ, ενός σκηνοθέτη ο οποίος πρόσφερε πάντα με τις δημιουργίες του ένα καταφύγιο για μερικές από τις πιο αλλόκοτες εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, για τους outsiders και τους περιθωριακούς που καμία κοινωνία δεν φάνηκε ποτέ διατεθειμένη να ενσωματώσει στο σύνολό της.
Γιατί όμως η ταινία του καταλήγει τόσο ελλιπής; Το «Bucking Fastards» προκαλεί εξαρχής το δέος, σύντομα ωστόσο μοιάζει να επαναπαύεται στις διαστάσεις ενός χαριτωμένου αξιοπερίεργου. Ο Χέρτσογκ αδυνατεί να βρει ένα ενιαίο ύφος για την ταινία του ή να εστιάσει προς κάποια ξεκάθαρη κατεύθυνση. Αντιθέτως, δείχνει να κινείται άγαρμπα και χωρίς στέρεο αφηγηματικό σχέδιο από το ένα επεισόδιο στο άλλο. Κάποια από τα επεισόδια αυτά έχουν ενδιαφέρον, τα περισσότερα ωστόσο μοιάζουν με υπόνοιες μεγαλύτερων και καλύτερων ιδεών που φαίνεται πως δεν δουλεύτηκαν ποτέ όσο έπρεπε.
Μοναδικός συνεκτικός κρίκος, οι πρωταγωνίστριες Κέιτ και Ρούνι Μάρα προκαλούν εντύπωση με τον τέλειο λεκτικό και κινητικό συγχρονισμό τους, σχηματίζοντας ένα απόκοσμο δίδυμο το οποίο κατορθώνει να κερδίσει τη συμπάθεια και όχι τη συμπόνοια. Τόσο μαγνητική είναι η παρουσία των δύο ηθοποιών, οι οποίες βρίσκονται σε κάθε πλάνο σχεδόν τις ταινίας, ώστε δίνουν την εντύπωση ότι ο Χέρτσογκ απέμεινε κι αυτός να τις κοιτάζει αποσβολωμένος, δίχως να ξέρει τελικά πού να τις οδηγήσει. Τους άξιζε σίγουρα κάτι καλύτερο.
Το cinemagazine.gr ταξιδεύει στο 82ο Φεστιβάλ Βενετίας με την Aegean Airlines.









