Παρά το θόρυβο που είχε σηκώσει τις πρώτες μέρες στην αγορά, το «Gentle Monster» άφησε τους πρώτους του θεατές με ανάμεικτα συναισθήματα.
H οικογενειακή ευτυχία μια νεαρής μουσικού διαλύεται όταν συλλαμβάνεται ο σύζυγός της, μετά από έφοδο της αστυνομίας στο νέο τους σπίτι. Το σοκ της σύλληψης διαδέχεται ένα μεγαλύτερο, καθώς το ένταλμα εκδόθηκε για την ενδεχόμενη ανάμειξη του σε κύκλωμα διακίνησης πορνογραφικού υλικού με ανήλικους. Ο βαθμός της εμπλοκής του δεν διευκρινίζεται, οι υποψίες όμως την οδηγούν μακριά του. Ειδικά από τη στιγμή που στο σπίτι υπάρχει κι ο 7χρονος γιος τους.
Η Μαρί Κρόιτσερ παραμένει μια ικανότατη στυλίστρια με εμμονές. Όπως ας πούμε να παίρνει pop τραγούδια και να τα χρησιμοποιεί αντιστικτικά με την πλοκή. Το «Gentle Monster» ξεκινάει και τελειώνει με μια διασκευή του «Would I Lie to You?» των Charles & Eddie. Ερμηνεύει η ίδια η Λέα Σεϊντού που πρωταγωνιστεί, υποδυόμενη μια αβαν γκαρντ πιανίστρια με έφεση στο να διασκευάζει ερωτικά τραγούδια γραμμένα από άνδρες, απογυμνωμένα από τις mainstream ενορχηστρώσεις τους, γιατί σύμφωνα με την ίδια η pop κουλτούρα δεν κοίταξε ποτέ από την ανάποδη. Η Κρόιτσερ αντίθετα, παρά την διόλου διακριτική ειρωνεία, αποπειράται να παρουσιάσει μια γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της «τόσο πολύ που πονάει». Το ότι δεν τα καταφέρνει είναι το λιγότερο, αφού σπάνια πια συναντάς ταινία να κάνει τόσα πράγματα σωστά και να αποτυγχάνει στα βασικά των όσων προτίθεται.
Πρόθεση πρώτη, η ταινία αφιερώνεται στους haters. Η Κρόιτσερ εννοεί όσους την κατηγόρησαν έμεσα όταν ένας από τους ηθοποιούς της στον «Κορσέ» συνελήφθη για παιδική πορνογραφία. Η ταινία κρατάει τέτοιες αποστάσεις απ' τα δρώμενα καθώς καλλιεργεί πολιτισμένα την αμφιβολία, που εν τέλει ανοίγεται σε μια εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Πρόθεση δεύτερη, αναπτύσσεται στην ταινία η υποπλοκή της αστυνομικού που έχει αναλάβει την υπόθεση. Μια ισχνή αφηγηματική γραμμή που υπάρχει για να προσδώσει δύναμη στην πρωταγωνίστρια και να υπογραμμίσει πως δεν θα είχαν όλη την ίδια στάση όταν ο ένοχος είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο άτσαλος και βεβιασμένος τρόπος με τον οποίο παρεισφρέει αυτή η ιδέα στην πλοκή, δημιουργεί μια ανισορροπία τέτοιας έντασης, που τελικά χαρακτηρίζει ως άνισο ολόκληρο το φιλμ.
Μια ταινία που συνθλίβεται κάτω απ' το βάρος όσων υπόσχεται πως θα πει, αφού εν τέλει δε λέει τίποτα
Στη συνέχεια, οι στυλιστικές αναζητήσεις της Κρόιτσερ αρχικά μοιάζουν συναρπαστικές. Το εύρημα με τη μουσική και τις εναλλακτικές εκτελέσεις, οι άδειοι χώροι στο απομονωμένο σπίτι ή μια αρμονική διαδοχή από πλάνα κομμένα ακριβώς στη μέση από τις γραμμές που υπάρχουν στο κάδρο, όλα υποδηλώνουν το άγγιγμα μιας δημιουργού που και την ενδιαφέρει και μπορεί να αρθρώσει μια ολοκληρωμένη εικαστικά πρόταση, πολύ υψηλής αισθητικής. Κι ενώ μέχρι ένα σημείο φαίνεται να την εφαρμόζει με απόλυτο έλεγχο και τη δέουσα φροντίδα που θα αναδείξει τις διόλου λεπτές ψυχολογικές αποφύσεις του σεναρίου, η επαναληπτικότητα με την οποία αυτές οι ιδέες εμφανίζονται στο φιλμ, τις αποδυναμώνει τελείως. Ίσως αυτό δεν συνέβαινε αν όλες αυτές οι παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο «κυριολετικές», τόσο προφανείς στο να υπογραμμίζουν την κατάσταση την πρωταγωνίστριας.
Πρόκειται για μια ταινία που ξέρει ακριβώς τι θέλει να κάνει, αλλά το παρακάνει σκηνοθετικά. Ακολουθώντας κυκλικά τη δική της πεπατημένη που με τόση αποφασιστικότητα θεμελιώνει στο πρώτο μέρος η σκηνοθέτης, καταλήγει άτολμη, εύκολη και ρηχή. Τα πράγματα θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα αν δεν υπήρχε η Λέα Σεϊντού, που με μια εκπληκτική σε κάθε επίπεδο ερμηνεία, δίνει νόημα στη σύγχυση όταν αποτυγχάνει η mise-en-scene και φλόγα στη στατικά ανησυχητική ατμόσφαιρα. Εξαιρετική και η συμπρωταγωνίστρια της Τζέλα Χάασε στον κόντρα ρόλο της αστυνομικού, μια εμφάνιση που σίγουρα θα βάλει το όνομά της σε πολλές ατζέντες αφού παρά την αναγνωρισιμότητα που απολαμβάνει εντός της γενέτειράς της Γερμανίας, παραμένει ένα ανεξερεύνητο ταλέντο για τη διεθνή σκηνή.
Οι ερμηνείες των δύο γυναικών είναι το χρώμα σε έναν ωχρό και νοτισμένο καμβά, συμπληρώνοντας η μία την άλλη. Η ηρωίδα της Χάασε με τη δυναμικότητά της είναι το αντίβαρο στην σαρωτική ένταση που βγάζει η πρωταγωνίστρια. Οι δυο τους αποτελούν ικανό λόγο για να σταθεί κανείς λίγο παραπάνω απ' ό,τι θα 'πρεπε στο «Gentle Monster». Μια ταινία που συνθλίβεται κάτω απ' το βάρος όσων υπόσχεται πως θα πει, αφού εν τέλει δε λέει τίποτα.
Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.









