[Κριτική] Μαύρος αγώνας και ο κόσμος των ιδεών πίσω από αυτόν του θεάματος σε «Μια Νύχτα στο Μαϊάμι» ? νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
20:48
16/2

[Κριτική] Μαύρος αγώνας και ο κόσμος των ιδεών πίσω από αυτόν του θεάματος σε «Μια Νύχτα στο Μαϊάμι»

Η Ρετζίνα Κινγκ στηρίζεται σε ένα ακαδημαϊκά σιδερένιο σενάριο και, παρά τα εμπόδια προς το κινηματογραφικό μεγαλείο, ενδέχεται να παραδίδει την καλύτερη ταινία της «Μαύρης Άνοιξης» της τελευταίας τριετίας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Την βραδιά της 25ης Φεβρουαρίου του 1964, ο Μάλκολμ Χ κάλεσε τον πυγμάχο Κάσιους Κλέι (λίγο αργότερα Μοχάμεντ Άλι), τον αθλητή του NFL Τζιμ Μπράουν και τον σταρ της σόουλ Σαμ Κουκ, στο δωμάτιο ενός motel στο Mαϊάμι. Θα βρίσκονταν όλοι μαζί μετά τον αγώνα του Κάσιους με τον Σόνι Λίστον για τον τίτλο των πυγμαχικών βαρέων βαρών. Ο Κεμπ Πάουερς, με αφορμή αυτή τη συνάντηση, έγραψε ένα μονόπρακτο-εικασία για το τι μπορεί να διαμείφθηκε εκείνο το βράδυ μεταξύ αυτών των τεσσάρων βαρυσήμαντων μαύρων προσωπικοτήτων. Και τώρα, η ηθοποιός Ρετζίνα Κινγκ, ανέλαβε να κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με βάση το υλικό που έγραψε (και στο σενάριο του έργου) ο Πάουερς.

...η ταινία μεγαλουργεί ακριβώς στο να δείξει ανθρώπους πίσω από μύθους, χωρίς ποτέ όμως να χάνει και την κινηματογραφική σαγήνη που τους περιβάλλει

Σε μια εποχή που ο λόγος του μαύρου αγώνα αναπτύσσεται παντοιοτρόπως, το σινεμά, ως εμπροσθοφυλακή εδώ και τρία χρόνια περίπου, κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο. Εμφανώς στρατευμένα, όπως και στην φετινή επίσης «Θρυλική Μα Ρέινι» (σαφώς ανώτερο τούτο), επιλέγεται η θεατρική πρόζα, η κεντρικότητα του θεατρικού διαλόγου και η (περίπου) ενότητα χώρου, δράσης, χρόνου, ώστε να δοθεί άμεσα και χωρίς φιοριτούρα πλοκής ένα περιεχόμενο ευθύβολα πολιτικό.

Δεδομένων των κινδύνων της ρητορείας, της προαποφασισμένης στρατηγικής και της θεατρογένειας, το ρίσκο δεν είναι μικρό. Είναι όμως ένα «καλλιτεχνικό» ρίσκο που (εύλογα θα πει κανείς) δεν αφορά καθόλου τους μαύρους δημιουργούς στην παρούσα, ζέουσα φάση. Όπως ο Μάλκολμ Χ της εδώ ιστορίας, έχουν την αρθρωμένη σκοπιμότητα να ακολουθήσουν την διαδρομή της μετωπικής σύγκρουσης, της αφύπνισης, του πολιτικού διαφωτισμού ως προς τον αγώνα που εκτυλίσσεται εναντίον του λευκού κατεστημένου και υπέρ της συνειδητοποίησης της μαύρης δύναμης. Εντυπωσιακά, η Ρετζίνα Κινγκ, τροχοδρομημένη στον σεναριακό μπούσουλα του Πάουερς, κάνει μια ταινία που υπερβαίνει το ρίσκο και, ουσιαστικά, επιτυγχάνει σε όλα.

Όχι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα: Πρώτα-πρώτα υπάρχουν…μαύρα γυαλιά που ωραιοποιούν διαστρέφοντας. Ο πυγμαχικός αγώνας που δείχνεται στην αρχή, του (τότε) Κάσιους Κλέι με τον Χένρι Κούπερ, είναι προκλητικά αλλοιωμένος. Ο πρώτος (που είχε πάρει τον αγώνα αψήφιστα) έφαγε της χρονιάς του και η μορφή του αγώνα δεν ήταν καθόλου αυτή που βλέπουμε. Έπειτα, ουσιωδέστερα, ο χαρακτήρας του Μπράουν εξωραΐζεται σε βαθμό να είναι ο νηφαλιότερος της συνάντησης – ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένας ευέξαπτος, όχι ακριβώς γαλήνιος τύπος, που μάλιστα στη συνέχεια της ζωής του αντιμετώπισε πλήθος κατηγοριών εξαιτίας του χαρακτήρα του κι έκανε και φυλακή. Ο Κουκ είναι ένας άξιος «αντίπαλος» για την ρητορική του Μάλκολμ Χ, σε μια κόντρα που στηρίζει όλο το έργο. (Λυπηρά, στο φινάλε δεν αναφέρεται ο –σκοτεινός- θάνατος του στο τέλος της ίδιας χρονιάς). Ως προς τον Μάλκολμ δε, παίρνουμε ένα χρήσιμο μυθοπλαστικό πορτρέτο, μακριά από την λογική Λι-Ντενζέλ ας πούμε, ενός ιδεολόγου-μαχητή-αισθηματία, ενός ακόμα και συνεσταλμένου μερικές φορές - που φτάνει να κομπιάζει στον λόγο του, από συγκίνηση! Υπάρχει και ένα ακόμα παράπτωμα, καλλιτεχνικά σοβαρότερο όλων, αλλά το αφήνω για αργότερα.

Εν πάση περιπτώσει το έργο πρέπει – και σε καλεί – να ιδωθεί σαν την συνάντηση τεσσάρων γιγάντων της μαύρης ιστορίας του 20ού αιώνα, των οποίων το εξωκινηματογραφικό όνομα οφείλει να προετοιμάζει και να αρμόζει συμβολισμό και κύρος στους ανθρώπους που βλέπουμε τελικά. Και η ταινία μεγαλουργεί ακριβώς στο να δείξει ανθρώπους πίσω από μύθους, χωρίς ποτέ όμως να χάνει και την κινηματογραφική σαγήνη που τους περιβάλλει. Αποτέλεσμα; Ζεις ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, αισθάνεσαι μάρτυς, όχι μιας ιστορικής στιγμής, αλλά μιας κινηματογραφικής φαντασίωσης ιστορικής στιγμής, που αποσκοπεί στην πολιτική επαγρύπνηση. Συνάμα, σε λογική «Δίκης των 7 του Σικάγου», παρατηρείς την εξέλιξη ιστορικών, θεμελιωδών επιχειρημάτων (εδώ) πάνω στο μαύρο ζήτημα. Δεν φτάνει το διαλογικό ύψος του Σόρκιν, αλλά περιδιαβαίνει εκεί κοντά.

Η ταινία απογειώνεται εκεί που η αγαστή σχέση Κινγκ-Πάουερς κατορθώνει να αποστασιοποιηθεί από την κηρυκτικότητα του Μάλκολμ Χ, στήνοντας ένα έργο που δεν ανεβαίνει ποτέ στον άμβωνα, αλλά δεν υποχωρεί και ποτέ από την ουσία του οδηγητή ηγέτη των Μαύρων. (Είναι ενδιαφέρον σαν παρατήρηση το πόσο εκτοπισμένος, έως άφαντος, είναι σήμερα ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ για το μετερίζι του κινηματογραφικού black lives matter). Με μπροστάρη αυτόν, το σενάριο αρχίζει βαθμιαία να αποφλοιώνει στρώμα-στρώμα τον (λευκά) επίκτητο μανδύα του θεάματος (Μπράουν, Κινγκ και, κυρίως, Κουκ) πλησιάζοντας, μέσω Μάλκολμ, στον ιδεολογικό πυρήνα του ανθρώπου, της δύναμης και της δυνητικής πολιτικής δράσης του. Ο Χ είναι ένας θελκτικός κινηματογραφικός ήρωας, κάτι σαν ένας (αγριεμένος) Σωκράτης που εκμαιεύει την αγωνιστικότητα των συνομιλητών του, αποκαλύπτοντας την φαινομενική μόνο ισχύ του «επιτυχημένου μαύρου» - που είναι εκεί απλά επειδή, όπως λέει στον Κουκ, ο λευκός οργανοπαίκτης βαράει το σκοπό για τη μαϊμού. (Αξιοσημείωτα, εντελώς παρόμοια χρήση της ίδιας παραβολής κάνει και ο Ντέιβιντ Φίντσερ στον «Mank» του).

Με όπλο τις αρθρωμένες ερμηνείες και από τους τέσσερεις, με μερικές ωραιότατες εμπνεύσεις (μία είναι η γεωγραφική μετακίνηση στην ταράτσα του κτιρίου, σε μια σκηνή που βάζει μπροστά το κάπως μπλαζέ ως τότε έργο), μία ιστορική αναμέτρηση Μάλκολμ Χ-Σαμ Κουκ, έναν καταλυτικό Ντύλαν και μια α λα «Green Book» αφηγηματική ευφράδεια ανάμεσα στο χιούμορ, τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και την συγκίνηση, αυτή η «Μια Νύχτα στο Μαϊάμι» επελαύνει. Δυστυχώς, για τον υπογράφοντα, επελαύνει ακόμα ανετότερα αναπαράγοντας μια συντηρητικότατη, κλασική αισθητική (λευκότατου) Χόλιγουντ: Από τα χρώματα/φώτα/σκηνικά της ψηφιακής streaming ιδιοσυγκρασίας, τα ευχάριστα στο μάτι και τα εφιαλτικά ίδια είτε βλέπεις «Γκαμπί Βασιλισσών» ή Τσάρλι Κάουφμαν, μέχρι την σεναριακή δομή του πρώτου μέρους της «γνωριμίας» με τους χαρακτήρες, το έργο σε κάνει να διερωτάσαι αν όλοι έχουν τους ίδιους αναλυτές κορεσμού/παστελαρίσματος χρώματος, αν οι streaming υπηρεσίες έχουν βάλει εικαστική ρήτρα ή αν απλά αφυδατώνονται οι νεότεροι καλλιτέχνες που θα δώσουν προσωπικό στίγμα στην όψη ενός έργου.

Ως έχει δείχνει (ενώ δεν είναι) απελπιστικά ακαδημαϊκό – πράγμα βέβαια που μπορεί να το κάνει να γελάσει τελευταίο τις βραδιές των βραβείων.