Μαύροι πάνθηρες στο χακί: Είδαμε το «Da 5 Bloods» του Σπάικ Λι ? cinemagazine.gr
11:54
15/6

Μαύροι πάνθηρες στο χακί: Είδαμε το «Da 5 Bloods» του Σπάικ Λι

Ερχόμενο θαρρείς την στιγμή που το είχαμε περισσότερο ανάγκη, το νέο φιλμ του πάντα μάχιμου Σπάικ Λι («Κάνε το Σωστό», «Παρείσφρηση») επιστρέφει στο Βιετνάμ για μια κινηματογραφικά χορταστική βουτιά στο αμερικανικό παρελθόν και το τι πραγματικά σημαίνει να είσαι μαύρος στην Αμερική.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Λίγες ταινίες έχουν την τύχη να βρουν μομέντουμ ανάλογο με αυτό που βρίσκει στην κυκλοφορία της η νέα ταινία του διακεκριμένου σκηνοθέτη των «Κάνε το Σωστό», «Μάλκολμ Χ» και «Παρείσφρηση», Σπάικ Λι. Ένα μομέντουμ δεινό μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από την αστυνομία της Μινεάπολης και όσα την ακολούθησαν ως οργισμένη απάντηση στον βαθιά ριζωμένο ρατσισμό και την ανισότητα που η αμερικανική κοινωνία αδυνατεί συστηματικά να απεμπολήσει. Καθώς λοιπόν οι ΗΠΑ (πρωτογενώς) εξακολουθούν να σείονται από τα προτάγματα του Black Lives Matter, το «Da 5 Blood» επιστρέφει σε μια ιστορική πληγή - τον πόλεμο του Βιετνάμ - και με πρόσχημα το κλείσιμο λογαριασμών και ένα κυνήγι θησαυρού ο Σπάικ Λι καταλήγει να μιλάει για έναν πόλεμο που δεν τελειώνει ποτέ: το τι σημαίνει να είσαι μαύρος στην Αμερική.

Σε μια εποχή όπου η χολιγουντιανή βιομηχανία προσανατολίζει μεγάλο μέρος των πόρων της στο πώς θα σπεύσει να καλύψει τις απαιτήσεις της πελατείας (βλέπε σύμπαντα Marvel, Star Wars κλπ), το να μας προκύπτει μια ταινία τόσο επιτακτικά επίκαιρη αποτελεί όσο να πεις έναν μικρό θρίαμβο της συγκυρίας. Ωστόσο πέρα αυτό, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Λι διαπρέπει εδώ, δικαιώνοντας το ελπιδοφόρο comeback της «Παρείσφρησης» (Μέγα Βραβείο της Επιτροπής των Καννών, Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) η οποία ήταν μέχρι τώρα ό,τι πιο κοντά στις άλλοτε λαμπρές σκηνοθετικές μέρες του αν εξαιρέσουμε το υπερεπεξηγηματικό της φινάλε.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως στο «Da 5 Blood» ο δημιουργικός οίστρος του Σπάικ Λι αγγίζει ιστορικά υψηλά

Στο «Da 5 Blood», τέσσερις αφροαμερικανοί βετεράνοι επιστρέφουν στο σημερινό Βιετνάμ σε αναζήτηση της σορού του αρχηγού τους, αλλά και ενός θησαυρού που άφησαν πίσω κατά τον πόλεμο. Για τους Πολ (Ντελρόι Λίντο), Ότις (Κλαρκ Πίτερς), Έντι (Νορμ Λιούις) και Μέλβιν (Αϊζάια Γουίτλοκ Τζούνιορ) το να βρουν τα λείψανα του «αδερφού» τους Νόρμαν (Τσάντγουικ Μπόουζμαν) αποτελεί κάτι μεταξύ υπόσχεσης και ζητήματος τιμής. Το κυνήγι του θησαυρού πάλι είναι κάτι άλλο, πιο περίπλοκο. Μιας και πρόκειται για χαμένο χρυσάφι που η αμερικανική κυβέρνηση είχε στείλει προς ενίσχυση των Νοτιοβιετναμέζων στη μάχη ενάντια στον κομμουνιστικό Βορρά, οι τέσσερις σύντροφοι το βλέπουν σαν αποζημίωση για όσο ιδρώτα και αίμα έχει χύσει η μαύρη κοινότητα για μια πατρίδα που τους χρωστάει, δεν της χρωστάνε. Από την άλλη, στον πυρετό της αναζήτησης υπεισέρχονται η απληστία και η καχυποψία, δοκιμάζοντας τις αντοχές της ομάδας. Παράλληλα στο παιχνίδι εμφανίζονται πολλοί και διάφοροι: κάτι Γάλλοι που έχουν άλλωστε το δικό τους ματωμένο παρελθόν στο Βιετνάμ (στο καστ συμμετέχουν οι Ζαν Ρενό και Μελανί Τιερί), ντόπιοι που διεκδικούν μερτικό, ένα παλιό αίσθημα του Ότις, ο γιος του Πολ (Τζόναθαν Μέιτζορς) και κάτι ναρκαλιευτές.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως στο «Da 5 Blood» ο δημιουργικός οίστρος του Σπάικ Λι αγγίζει ιστορικά υψηλά, κινούμενος ανάμεσα σε πλήθος σινεφίλ αναφορών, μια πληθωρική και ενίοτε αυτοπαρωδούμενη εναλλαγή ειδών (δράμα, κωμωδία, περιπέτεια) και μια διπλή ιστορική αναδρομή που συγκλίνει στο διαχρονικό ζήτημα των μαύρων στην Αμερική για να καταλήξει τελικά σε ένα τσαμπουκαλεμένο μανιφέστο, αυτή τη φορά σχεδόν τέλεια ενσωματωμένο στο πνεύμα και στο σώμα της ταινίας.

Οι χαρακτήρες των Πολ και Νόρμαν θέτουν τους βασικούς πυλώνες της αφήγησης, ορίζοντας από κοινού την ευρύτητα του φάσματος που χαρακτηρίζει κάθε κοινωνικό σύνολο, εν προκειμένω των Αφροαμερικανών

Καταρχάς το παιχνίδι με τα τέσσερα διαφορετικά κάδρα και φορμά που κυμαίνεται από το τετράγωνο μέχρι το επικό ultrawide 2.39:1 - δίχως να ξεχνάμε το κλασικό τηλεοπτικό πια 16:9 μιας και μιλάμε για παραγωγή Netflix - ξεφεύγει από τη στενή λογική του οπτικού πλουραλισμού ερχόμενο να υπηρετήσει αισθητικά την αφήγηση. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο διευθυντής φωτογραφίας Νιούτον Τόμας Σίγκελ («Drive», «Bohemian Rhapsody»), στα φλασμπάκ του πολέμου το κάδρο στενεύει και βρωμίζει με τον κόκκο του φιλμ 16mm για να πλησιάσει στα αντίστοιχα επίκαιρα της εποχής, ενώ απλώνει στο σήμερα μεταξύ άλλων για να υπηρετήσει καλύτερα τα group shots που σκοπό έχουν να αδερφοποιήσουν την ομάδα στα μάτια του κοινού. Έπειτα είναι κι αυτή η υπέροχα αυθαίρετη επιλογή του Λι να κρατήσει ποιητική αδεία στα φλασμπάκ την πρωταγωνιστική τετράδα ως έχει, ακριβώς στην ηλικία που είναι σήμερα, αντί να τους αντικαταστήσει με νεότερους ηθοποιούς ή να τους αφαιρέσει δεκαετίες ψηφιακά (βλ. «Ιρλανδό»). Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα απλό και συνάμα αποτελεσματικό εύρημα που καταδεικνύει την ανεξίτηλη φύση του τραύματος ή πόσο ίδιος παραμένει κανείς απέναντι σε ένα παρελθόν που προσπαθεί είτε να το αντιμετωπίσει, είτε να ξεφύγει απ’ αυτό. Μοιραία, αυτό το τελευταίο λειτουργεί όχι μόνο στο πλαίσιο του Βιετνάμ αλλά και στο πώς παραμένει επιτακτικό το Black Lives Matter, μια αναγωγή την οποία το «Da 5 Blood» δε σταματά να κάνει λιγότερο ή περισσότερο φανερά.

Αναφορικά με τον ιδεολογικό προσανατολισμό, ο μαχητικότερος εκπρόσωπος των αφροαμερικανικής κοινότητας στο σινεμά γαζώνει το σώμα του «Da 5 Blood» με μία σειρά από καθοριστικά πρόσωπα και ντοκουμέντα που με εφαλτήριο το δράμα του Βιετνάμ καταλήγουν να αντανακλούν τη θέση της μαύρης κοινότητας στις ΗΠΑ. Στιγμιότυπα από τον Μοχάμεντ Άλι (με τον οποίο ανοίγει η ταινία), τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ ξετυλίγουν συμμετοχικά το νήμα μιας αλήθειας πικρής που συναντιέται με τις μαζικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις (μεταξύ αυτών το μακελειό στο Πανεπιστήμιο του Κεντ), τους Μαύρους Πάνθηρες, τον αγώνα κατά του φυλετικού διαχωρισμού και υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων καθώς επίσης τις αγριότητες και το χάος τα οποία το αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα προκάλεσε κατά την πολυετή παρουσία του στην νοτιοανατολική Ασία. Κάπου εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε τη μουσική επένδυση του φιλμ στην οποία επικρατεί διόλου τυχαία ο Μάρβιν Γκέι, ως ακόμα ένα δείγμα του κοινού τόπου μεταξύ ιστορικού στίγματος και διαχρονικότητας που το «Da 5 Blood» μετ’ επιτάσεως διεκδικεί. Επιπλέον, ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως σε αρκετά σημεία των φλασμπάκ ο Σπάικ Λι βάζει την ραδιοφωνική εκφωνήτρια των Βιετκόνγκ να απευθύνεται στους Αφροαμερικανούς στρατιώτες με μεγαλύτερη ειλικρίνεια σε σχέση με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα την αναντίστοιχα πολυάριθμη παρουσία τους στο Βιετνάμ σε σχέση με το πληθυσμιακό τους ποσοστό. Δεν είναι τυχαίο που ο Λι επιλέγει να περάσει προς τους μαχόμενους αδελφούς του μέρος της άβολης αλήθειας μέσα από την προπαγάνδα του μισητού εχθρού, δίχως να παραγνωρίζει την προφανή σκοπιμότητα που η τελευταία εξυπηρετεί.

Ο αδικοχαμένος Νόρμαν αποτελεί την ηθική πυξίδα της ταινίας, κινητήριο δύναμη της ομάδας και τον ριζοσπαστικό ιδεολογικό ποδηγέτη της. Έναν Μαύρο Πάνθηρα στα χακί

Μιλώντας για Βιετνάμ (για το οποίο παρεμπιπτόντως σας προτρέπουμε να δείτε την εξαιρετική σειρά ντοκιμαντέρ των Κεν Μπερνς και Λιν Νόβικ με τίτλο «The Vietnam War» που επίσης διατίθεται στο Netflix), αυτονόητες είναι οι επιρροές και ως εκ τούτου οι αναφορές στο αξεπέραστο «Αποκάλυψη Τώρα» (βλ. τη σκηνή με το ελικόπτερο με φόντο τον ήλιο ή το καθηλωτικό άκουσμα του Ride of the Valkyries), την ώρα που οι τέσσερις πρωταγωνιστές ναρκοθετούν προκαταβολικά κάθε ψήγμα ηρωισμού αναφορικά με την επάνοδό τους εκεί, ενθυμούμενοι τις φαιδρές κινηματογραφικές ρεβάνς που πήραν για χάρη του τσαλακωμένου ηθικού της υπερδύναμης ο «Ράμπο» Σταλόνε και ο Τσακ Νόρις. Στοιχεία γκροτέσκας παρωδίας τύπου «Tropic Thunder» εντοπίζονται ακόμα και στις πιο οριακές στιγμές της περιπλάνησης στη ζούγκλα, ο ανταγωνισμός γύρω από τον θησαυρό παραπέμπει έντονα στον πυρετό που αφορούσε το αντίστοιχο διακύβευμα της «Σιέρα Μάντρε» του Τζον Χιούστον, ενώ το δράμα και η συγκινησιακή φόρτιση παίρνουν αποφασιστικά τη σκυτάλη όταν η ομάδα εντοπίζει ό,τι απέμεινε από τον Νόρμαν. Εδώ βέβαια πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν σημεία όπου το δραματικό στοιχείο δεν επιστρατεύεται πάντα με την ίδια ευρηματικότητα. Όπως στην περίπτωση που ο Ότις συμφιλιώνεται μηχανικά με όσα άφησε πίσω πέντε δεκαετίες πριν, ή την σχηματική αποτύπωση της σχέσης πατέρα και γιου που μερικές φορές μοιάζει να γίνεται μόνο και μόνο για να νοηματοδοτήσει στον φορτισμένο καταληκτικό μονόλογο του Πολ προς τον Ντέιβιντ.

Περνώντας στους χαρακτήρες, πρέπει να πούμε πως οι Πολ και Νόρμαν θέτουν τους βασικούς πυλώνες της αφήγησης, ορίζοντας από κοινού την ευρύτητα του φάσματος που χαρακτηρίζει κάθε κοινωνικό σύνολο, εν προκειμένω των Αφροαμερικανών. Ο πρώτος, ερμηνευμένος από τον Βρετανό Ντελρόι Λίντο, είναι ο πλέον αντιφατικός και ενδιαφέρων της τετράδας των βετεράνων: είναι ο πιο εκτεθειμένος απέναντι στα φαντάσματα του πολέμου, πελαγωμένος σε ό,τι αφορά την μετέπειτα πορεία του συμπεριλαμβανομένης της συγκρουσιακής σχέσης με τον Ντέιβιντ, ψηφίζει Τραμπ και μάλιστα δεν διστάζει να μοστράρει το κλασικό καπελάκι «Make America Great Again». Ο αδικοχαμένος Νόρμαν αντίθετα αποτελεί την ηθική πυξίδα της ταινίας, κινητήριο δύναμη της ομάδας και τον ριζοσπαστικό ιδεολογικό ποδηγέτη της. Συμπτωματικά ή μη, ο σταρ του καστ Τσάντγουικ Μπόουζμαν και πρωταγωνιστής του λαοφιλέστατου «Black Panther» υποδύεται έναν Μαύρο Πάνθηρα στα χακί, απεσταλμένο στην κόλαση του μετώπου, συμβολίζοντας τις ατέλειωτες στρατιές Αφροαμερικανών που έδωσαν τη ζωή τους για μια χώρα που έμαθε περισσότερο να τους εργαλειοποιεί παρά να τους λογαριάζει σαν ισότιμους πολίτες. Με άλλα λόγια, ο Νόρμαν γίνεται ο μεστός και συνειδητοποιημένος ήρωας που όμως έχει την ατυχία να λογίζεται αναλώσιμος και να χάσει τη ζωή του, την ώρα που ο κατά βάση καλοπροαίρετος αλλά θολωμένος Πολ περιγράφεται ως μπερδεμένο παράγωγο μιας χρόνιας διαμάχης.

Όμως τελικά τι είναι το «Da 5 Bloods»; Πολλά θα λέγαμε, ξεκινώντας από ένα χορταστικό κινηματογραφικό δυομισάωρο αλλά και μια υπενθύμιση Ιστορίας που μιλάει άλλοτε ρητά και άλλοτε αλληγορικά για μια μάχη που δεν τελείωσε ποτέ - αυτή κατά του ρατσισμού και υπέρ της ισότητας. Μαζί καθίσταται από τον τίτλο κιόλας ένα κάλεσμα στο παλιό καλό «η ισχύς εν τη ενώσει», ένα καμπανάκι πως τίποτα σημαντικό δε μπορεί να κρυφτεί για πολύ κάτω από το χαλί (αυτό το τελευταίο μας το υπενθυμίζουν επίμονα τα τελευταία γεγονότα) και πως επίσης τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί αν δεν είσαι σε θέση να διακρίνεις τον πραγματικό εχθρό και το πεδίο της μάχης.

Όσο για το θησαυρό; Αυτός - σύμφωνα με τον Σπάικ Λι και τους συν-σεναριογράφους του - δεν ανήκει αυτοδικαίως στον Αμερικανό αλλά σε όποιον βρίσκεται στην καλή πλευρά της Ιστορίας. Μία κατακλείδα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και ριζοσπαστική, αν αναλογιστούμε την συγκεντρωτική οπτική της υπερδύναμης.

Βαθμολογία: 3,5/5