Όπως πολύ σωστά αντιλήφθηκαν κάποιοι και από το τρέιλερ που κυκλοφόρησε προ ημερών, η υψηλά προσδοκώμενη κινηματογραφική βερσιόν στα πρώτα αποφασιστικά βήματα καριέρας του Ντέιβιντ Μπόουι αποδεικνύεται μια χλιαρή και άκρως απογοητευτική περίπτωση ταινίας.
Μια από τις επίμονες συζητήσεις το καλοκαίρι που μας πέρασε, καθώς ετοιμάζαμε το 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, ήταν το αν επρόκειτο να συμπεριλάβουμε στο τελικό πρόγραμμα δυο πολυαναμενόμενες ταινίες μυθοπλασίας, μεγάλου μουσικού ενδιαφέροντος, τις οποίες είχαμε τη δυνατότητα να δούμε νωρίς. Γνωρίζαμε πως μεγάλη μερίδα κοινού περίμενε να τις δει επίσης, πόσο αρκετό ήταν όμως αυτό από τη στιγμή που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαμε να τις υποστηρίξουμε ποιοτικά;
Για την πρώτη ταινία, το «Shoplifters of the World» του Στίβεν Κάιακ, γύρω από την επίδραση της μουσικής των Smiths στις ζωές μιας παρέας Αμερικανών νεολαίων, η απόφαση πάρθηκε στη στιγμή και γενικά όσο λιγότερα πει κανείς, τόσο το καλύτερο για ένα κάκιστο φιλμ που, περιέργως, κατάφερε να πάρει άδεια και μπόρεσε να χρησιμοποιήσει («αραδιάσει» είναι η σωστή λέξη εδώ) τα δημοφιλέστερα τραγούδια του συγκροτήματος στην πλοκή του.
Η ταινία βιάζεται να τακτοποιήσει κακήν-κακώς, και με όρους απλοϊκά ψυχαναλυτικούς, την επιφοίτηση που οδήγησε τον Μπόουι στο να εφεύρει την διαρκώς μεταμορφώσιμη δημόσια φιγούρα του
Για την δεύτερη ταινία, που δεν ήταν άλλη από το «Stardust», η συζήτηση διήρκεσε λίγο περισσότερο, οδήγησε όμως στην ίδια απόφαση. Και, εν τέλει, κανένα από τα δύο αυτά φιλμ δεν επιλέχτηκε ως άξιο προβολής στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας. Κρίνοντας, εκ των υστέρων, από την άκρως συγκρατημένη πορεία της ταινίας στις πωλήσεις του εξωτερικού, την απουσία της από τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ και κάποιες πρώτες, όχι ακριβώς κολακευτικές κριτικές που γράφτηκαν, η απόφαση που πήραμε φαίνεται πως ήταν σωστή.
Το «Stardust» δεν είναι ένα βιογραφικό φιλμ, αλλά μια (θεωρητικά ενδιαφέρουσα) ματιά στα πρώτα βήματα που πραγματοποιούσε ένας ακόμη άσημος και καλλιτεχνικά αδιάπλαστος Ντέιβιντ Μπόουι το 1971, στα 24 χρόνια του, τον καιρό που ταξίδευε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες για λογαριασμό μιας καταστροφικής σόλο τουρνέ που διέψευσε προσωρινά το φιλόδοξο όνειρο καριέρας του και έστελνε στα αζήτητα το άλμπουμ του, «The Man who Sold the World», το οποίο κυκλοφορούσε εκείνο τον καιρό.
Με βάση την συγκεκριμένη σύνοψη, εύλογα ξεχνάμε την πιο μυθιστορηματική πλευρά της ζωής και της μουσικής πορείας του Μπόουι, ξεχνάμε τις φαντασμαγορίες και τις καταχρήσεις, ξεχνάμε τις glam εξαλλοσύνες και προσγειωνόμαστε σε μια χαμηλότερων τόνων ιστορία. Κανένα πρόβλημα δεν θα υπήρχε με μια τέτοια διαφορετική προσέγγιση, αρκεί η ταινία να προσέγγιζε το αντικείμενό της με περισσότερη αληθοφάνεια και λιγότερες αυθαιρεσίες (είναι πραγματικά άφθονες) ή να μην βιαζόταν σεναριακά να τακτοποιήσει κακήν-κακώς, και δυστυχώς με όρους απλοϊκά ψυχαναλυτικούς, την επιφοίτηση που οδήγησε τον Μπόουι στο να εφεύρει την διαρκώς μεταμορφώσιμη και ηχητικά περιπετειώδη δημόσια φιγούρα του (με αφετηρία, ασφαλώς, τον Ziggy Stardust).
Tο «Stardust» αναπαριστά τον Μπόουι με μια ανεξήγητα υπερτονισμένη θηλυπρέπεια που ουδέποτε χαρακτήριζε σε τέτοιο βαθμό τον καλλιτέχνη και κανένα δραματουργικό όφελος δεν παρέχει στην πλοκή
Έχοντας επιπλέον ατυχήσει να εξασφαλίσει τα δικαιώματα για χρήση των τραγουδιών του Μπόουι, η ταινία του βρετανικής καταγωγής Γκάμπριελ Ρέιντζ πάσχει και από ένα ακόμη σοβαρό μειονέκτημα, αναπαριστώντας τον τραγουδοποιό να ερμηνεύει αναγκαστικά μόνο διασκευές (όπως κάνει, πχ, με το «My Death» του Ζακ Μπρελ) την ίδια ώρα που η απουσία των πρωτότυπων κομματιών αφήνει στον θεατή όχι μόνο ένα δυσαναπλήρωτο κενό, αλλά και μια αρκετά πικρή επίγευση.
Όλες οι παραπάνω ενστάσεις θα τύχαιναν πιο ευνοϊκής μεταχείρισης, ενδεχομένως, αν η ταινία δεν επέλεγε να αναπαραστήσει τον Μπόουι με μια ανεξήγητα υπερτονισμένη θηλυπρέπεια που ουδέποτε χαρακτήριζε σε τέτοιο βαθμό τον καλλιτέχνη και κανένα δραματουργικό όφελος δεν παρέχει στην πλοκή.
Έτσι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Τζόνι Φλιν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, παρά τα κοστούμια, τις κομμώσεις και το μακιγιάζ που ταιριαστά τον υποστηρίζουν, κάθε φορά που ο ηθοποιός πετυχαίνει να θυμίσει εμφανισιακά και φωνητικά τον Μπόουι, ένα αχρείαστο camp στοιχείο εμφανίζεται και του βάζει τρικλοποδιά. Και κάθε φορά που ολόκληρη η ταινία προσπαθεί να διευρύνει την εναλλακτική ματιά της στην ασταμάτητα γοητευτική περσόνα και τον (ανεξερεύνητο) εσωτερικό κόσμο ενός τόσο σπουδαίου καλλιτέχνη, την διαψεύδει το πόσο ελάχιστα τελικά κατέχει (ή αντιλαμβάνεται σε βάθος) τον ήρωά της.









