Ο Κρίστοφερ Μπόργκλι «παντρεύει» Ζεντάγια με Ρόμπερτ Πάτινσον και ναρκοθετεί ηθικά διλήμματα στο πιο απροσδόκητο είδος, αυτό της ρομαντικής κομεντί.
Τρία χρόνια μετά το «Dream Scenario», όπου με ιδανικό όχημα τον Νίκολας Κέιτζ (ποιον άλλον;) σατίρισε τη φρενίτιδα των influencers και τη λογική του viral, ο Κρίστοφερ Μπόργκλι επιστρέφει και αυτή τη φορά έχει στο στόχαστρο δυο ασύνδετους - μα βαθιά ριζωμένους πολιτιστικά και πολιτικά - πυλώνες της αμερικανικής κουλτούρας: την αμερικανική rom-com και το… αμερικανικό αμάρτημα. Προετοιμαστείτε, το προσκλητήριο θα σας πέσει από τα χέρια.
Το «The Drama» δεν είναι απλώς μία «περίεργη» ρομαντική κομεντί, έτσι όπως επιτάσσει παραδοσιακά πλέον η σφραγίδα αβολοσύνης Α24, που επιθυμεί επιφανειακά να παρεκκλίνει από τη φόρμα. Είναι ένα φιλμ που ξεκινά σαν παιχνίδι, μετατρέπεται σε πρόκληση και καταλήγει σε παγίδα για τον θεατή. Πόσα θα θέλατε πραγματικά να γνωρίζετε για το παρελθόν του ανθρώπου με τον οποίο σκοπεύετε να μοιραστείτε τη ζωή σας; Αν η αυθόρμητη, ενδεχομένως παρορμητική, απάντηση είναι «τα πάντα», η ταινία βάζει το ζευγάρι της Ζεντάγια και του Ρόμπερτ Πάτινσον να δοκιμάσει αυτή τη θέση στην πράξη, ζητώντας τους να εξομολογηθούν το χειρότερο που έχουν κάνει. Και κάπου εκεί, αρχίζει το πραγματικό… δράμα.
Στην αρχή, όλα μοιάζουν γνώριμα και κινηματογραφικά συνταγογραφημένα: μία τυχαία συνάντηση σε καφέ, ένας έρωτας με την πρώτη ματιά, μία πολυετής σχέση που οδηγείται φυσικά στον γάμο. Όπως αναφέρει, όμως, και ένας από τους χαρακτήρες της ταινίας (η χορογράφος που έχει επιμεληθεί τον πρώτο χορό του ζευγαριού στο τραπέζι), στη γαμήλια τελετή όλα είναι επιτελεστικά. Κι εδώ ο Μπόργκλι αξιοποιεί ένα κομβικό στοιχείο αποκάλυψης (που δεν θα αποκαλύψουμε) για τον χαρακτήρα της Ζεντάγια, που αναδιαμορφώνει πλήρως τον τόνο και μετατοπίζει τη συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων. Παρομοίως, ο θεατής στήνεται στον τοίχο (ΟΚ στην καρέκλα του) και συνειδητοποιεί πως ο Μπόργκλι δεν ενδιαφέρεται για τη σύμβαση της ρομαντικής κομεντί, αλλά τη χρησιμοποιεί για να την υπονομεύσει.
Αν και η σεναριακή ανατροπή χωρά μεγάλη κουβέντα (αλλά είπαμε ΔΕΝ κάνουμε σπόιλερ), το φιλμ δεν ζητά απαραίτητα να πάρεις θέση, αλλά σε αναγκάζει να αναρωτηθείς αν έχεις το δικαίωμα να την πάρεις. Η εξομολόγηση της Έμα (Ζεντάγια) ενεργοποιεί ερωτήματα γύρω από την ενοχή και τη δυνατότητα διαφυγής από το παρελθόν, πυροδοτώντας μία αλληλουχία γεγονότων / συμπεριφορών, που τελικά εκθέτουν τον παραλογισμό όλων των υπολοίπων.
Ισορροπώντας το drama με την κωμωδία, ο Μπόργκλι αρκούντως περιπαικτικά τοποθετεί την ιστορία στο Κέμπριτζ (Ευρώπη αντί Αμερικής) και, όπως είχε κάνει με τον Κέιτζ, δίνει τους δύο βασικούς ρόλους στους δυο καταλληλότερους ηθοποιούς, τη Ζεντάγια και τον Ρόμπερτ Πάτινσον που έχουν στις αποσκευές τους την ωμή μετεφηβική αντιδραστικότητα του «Euphoria» και την προ-ετών ρομαντικοποίηση του «Twilight». Οι δυο τους πείθουν πως η Έμα και ο Τσάρλι είναι μεν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, όμως ιχνηλατούν τη συναισθηματική ειλικρίνεια του ζεύγους μέσα σε ένα ηθικό ναρκοπέδιο. Ο Πάτινσον αποδίδει με ακρίβεια τη σταδιακή διάλυση ενός ανθρώπου που δεν ξέρει πια πώς να σταθεί μέσα σε μια νέα πραγματικότητα και η Ζεντάγια κρατά το βλέμμα της σταθερό. Δεν εξηγεί, δεν εκβιάζει, αφήνοντας τον θεατή να γεμίσει τα κενά.
Δίπλα τους, ο Μάμουντου Άτσεϊ («Ιστορίες Καλοσύνης») και η Αλάνα Χάιμ («Πίτσα Γλυκόριζα») συμπληρώνουν ως κουμπάροι και μάρτυρες της εξομολόγησης ένα πολύ ενδιαφέρον δίπολο. Ο ένας αναζητά συμβιβασμούς, η άλλη αντιδρά με μια σχεδόν απολαυστική ακαμψία, αρνούμενη να δεχτεί την υποκρισία των άλλων χωρίς να εξετάσει τη δική της.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν ελεγχόμενης αμηχανίας - μην ξεχνάτε πως ο Άρι Άστερ είναι συμπαραγωγός - η πρόθεση του Μπόργκλι δυστυχώς δεν μεταφράζεται πάντα σε συνοχή. Το «The Drama» ίσως ανοίγει περισσότερα ζητήματα απ’ όσα μπορεί να διαχειριστεί, και όσο πλησιάζει στο φινάλε, η ένταση που είχε χτίσει κορυφώνεται με πιο εύκολο, εύπεπτο χιούμορ, χάνοντας σίγουρα μέρος της δύναμής του.
Κι όμως, ακόμη κι έτσι, η πρό(σ)κληση σε αυτό τον γάμο παραμένει ενδιαφέρουσα. Όχι επειδή το «I Do» πετυχαίνει απόλυτα, αλλά επειδή η «τελετή» τολμά να φέρει τον θεατή σε μία άβολη θέση, να δοκιμάσει τα όρια της ταύτισης και να παίξει με την έννοια της κατανόησης. Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι τι έκανες, αλλά τι σκέφτηκες να κάνεις. Ο αναμάρτητος πρώτος τα… κουφέτα βαλέτω!
Βαθμολογία: ★★★









