Ένας εργάτης του Θεάτρου, με υπολογίσιμη διαδρομή στον Κινηματογράφο, ένας ηθοποιός κι ένας δάσκαλος γενεών, πέρασε στην αθανασία.
Μια παρατήρηση που ίσως περισσότερο θα εννοήσουν οι φίλοι του Θεάτρου και της ιστορίας του στη χώρα μας. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος από όψη και από εκφορά λόγου, από στάση, αυτοκυριαρχία και άρθρωση, έμοιαζε ανδρωμένος στις τάξεις του Εθνικού Θεάτρου. Κι όμως ήταν παιδί της «άλλης μεριάς», του Κάρολου Κουν, τον οποίον, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, θαύμασε από την πρώτη στιγμή που είδε παράστασή του και δεν έφυγε ποτέ από κοντά του - δημιουργικά μιλώντας ούτε από την «σκιά» του. Όπως στο Χόλιγουντ λέγανε παλιά ότι αν δεν ξέρεις τι να κάνεις σκέψου πώς θα το έκανε ο Μπίλι Γουάιλντερ, έτσι και αυτός έλεγε «σκέψου πώς θα το έκανε ο Κουν».
Για την θεατρική διαδρομή του Αντωνόπουλου, που έφυγε σαν κύριος που πάντοτε ήταν χωρίς να απασχολήσει την δημοσιότητα παρά αφήνοντας τελική επιθυμία να ανακοινωθεί ο θάνατός του ταυτόχρονα με την κηδεία του, θα υπάρξουν αρμοδιότεροι, με τις πληροφορίες και την κατάρτισή τους.
Πάντως, στο σινεμά και στο θέατρο φαίνεται να ξεκινά περίπου στην ίδια εποχή, αρχές του '60, δηλαδή κάπως αργά για ηθοποιό, πλησίον των 30 του. Στον κινηματογράφο έμεινε γνωστός για το πλήθος των συνεργασιών του με τον Νίκο Φώσκολο, που θα παίξει έναν κεντρικό ρόλο και μετέπειτα, αλλά συνεργάστηκε και με τον Τάκη Κανελλόπουλο, τον Γιάννη Δαλιανίδη, τον Βασίλη Γεωργιάδη, τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Ντίνο Δημόπουλο, μια dream team της διάσημης εποχής μας τότε.
Στις αρχές του '70, στην νεανική εκδοχή της ελληνικής τηλεόρασης, εν μέσω Δικτατορίας, έρχεται «Ο Άγνωστος Πόλεμος», μια ιστορική επιτυχία του Νίκου Φώσκολου, με τον Αντωνόπουλο πρωταγωνιστή ως «Συνταγματάρχη Βαρτάνη». Στα 226 επεισόδια της σειράς αυτής η Ελλάδα βρήκε έναν τρόπο ξαναζήσει σε ανυψωτική ηθικού φωσκολική μυθοπλασία την εποχή του 2ου ΠΠ, ο Αντωνόπουλος έγινε πρώτο οικιακό όνομα και σούπερ σταρ εκείνων των χρόνων, ενώ η θεαματικότητα άγγιξε σταλινικά νούμερα, ανεπανάληπτα έκτοτε.
Αν πρέπει να δώσουμε μια προσωπική νότα επιλογής, που δεν πρέπει καλά και σώνει ωστόσο, θα έλεγε κανείς ότι τα «Πεθαίνω Κάθε Ξημέρωμα», «Οι Σφαίρες Δεν Γυρίζουν Πίσω» (και τα δύο του Φώσκολου), «Η Δασκάλα Με Τα Ξανθά Μαλλιά» (του Δημόπουλου), ο «Πανικός» του Τσιώλη και η (τολμηρή...) «Αναζήτησις» (του Ερρίκου Ανδρέου), δίνουν έναν ορισμό της αύρας του εκλιπόντος. Στην τελευταία, παρότι κάποιος θα έλεγε ότι ως τότε παραγωγή του Κλέαρχου Κονιτσιώτη ένας Κομνηνός, ένας Γαλανός θα ήταν καταλληλότεροι, και μάλλον θα ήταν, ο Αντωνόπουλος έφερε τον δικό του αέρα και προσάρμοσε τον ρόλο που όσο κι αν δεν του πηγαίνει ιδιαίτερα στο αποτέλεσμα είναι εν τέλει ίδιον της ικανότητάς του.
Η άμεμπτη εργασιακή του ηθική, η αθόρυβη προσωπική ζωή, η αυτοσυγκράτηση της ερμηνείας που συνιστούσε πάντοτε έναν πλήρως ελεγχόμενο, ασφαλές κι αποτελεσματικό κέλυφος, όλα μαζί συνθέτουν μια προσωπικότητα των καλλιτεχνικών μας πραγμάτων συνδεδεμένη με σειρά δεκαετιών. Θα λείπει.
Κι ένα τραγούδι για κατευόδιο-ένδειξη εποχής.









