Δημήτρης Τσιλιφώνης: «Δεν έχουμε απαίτηση οι ταινίες μας να είναι χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ» - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
11:07
7/3

Δημήτρης Τσιλιφώνης: «Δεν έχουμε απαίτηση οι ταινίες μας να είναι χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ»

Με μία μαύρη κωμωδία δράσης (ή μήπως απόδρασης;), ο Δημήτρης Τσιλιφώνης έρχεται με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο «Do It Yourself», να κάνει την ανατροπή.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

Μπορεί το «Do It Yourself» να υποστηρίζει πως βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, αυτό που είναι σίγουρα αληθινό είναι πως βασίζεται στο ταλέντο μιας ομάδας που πιάνει το σφυγμό της εποχής. Υπεύθυνος ο νεαρός σκηνοθέτης Δημήτρης Τσιλιφώνης που αγαπά πολύ την ποπ κουλτουρα, το σινεμά, τις τηλεοπτικές σειρές και ήθελε στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο να πει μια ιστορία που «δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της», αλλά τιμά απόλυτα τον θεατή της.

Στο «Do It Yourself» o Κωνσταντίνος Ασπιώτης υποδύεται τον Άλκη, έναν μικροαπατεώνα που εμπλέκεται σε μία viral είδηση που αφορά τον παράνομο επιχειρηματία Δανιήλ Μπεζεριάνο (Χρήστος Λούλης). Όταν συνειδητοποιεί πως συνεργάτες του Μπεζεριάνου (Μυρτώ Αλικάκη, Μάκης Παπαδημητρίου), αλλά και ο νονός της Νύχτας Ιωσήφ Φόρκου (Θέμης Πάνου), τον θέλουν νεκρό, ο Άλκης θα ενορχηστρώσει ένα σχέδιο για να ανατρέψει τα πάντα. Do it yourself, που λέει και ο τίτλος!

Το ΣΙΝΕΜΑ συνάντησε τον Δημήτρη Τσιλιφώνη, που απέσπασε με το «Do It Yourself» το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής Νεότητας στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και ακολουθεί μία κουβέντα γεμάτη fake news, που συνδυάζει το φλαμένκο με το μπουζούκι, τον Μάκη Παπαδημητρίου με την «Ένταση» του Μάικλ Μαν και ρητά από τους Ακίρα Κουροσάβα & Όλιβερ Στόουν! 

INFO
Η ταινία «Do it Yourself» κυκλοφορεί 8 Μαρτίου στους κινηματογράφους από την Odeon

Xάνουμε πλέον εύκολα τη συγκέντρωσή μας... Δεν ξέρω πολύ κόσμο που να κλείνει εντελώς το κινητό του στον κινηματογράφο. Καλώς ή κακώς, λοιπόν, πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο και να ενσωματώσεις το κινητό στην ταινία. 

Ο τίτλος της ταινίας είναι «Do It Yourself». Συνοψίζει λίγο πολύ το πώς είναι να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα;

Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό ναι. Στην Ελλάδα, αλλά και σε οποιαδήποτε χώρα η κινηματογραφική βιομηχανία έχει θέματα που δεν είναι λυμένα. Καλώς ή κακώς στη χώρα μας δεν υπάρχει η υποδομή που βρίσκεις αλλού όπως στην Αγγλία, στη Γαλλία ή την Αμερική, από την άλλη όμως σου δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία να πειραματιστείς, να παίξεις με τα είδη και να είσαι σίγουρος πως στο τέλος θα έχεις το final cut της ταινίας σου.

Από τις μικρού μήκους και τις σπουδές, περνάς στη μεγάλου μήκους. Πόσο μεγάλο σχολείο αποδείχθηκε λοιπόν το επόμενο βήμα;

Μία μικρού μήκους ή μία διαφήμιση είναι ένα σπριντ, ενώ η μεγάλου μήκους μοιάζει περισσότερο με μαραθώνιο! Δουλεύουμε πάρα πολύ καιρό την ταινία. Φαντάσου πως το σενάριο αρχικά είχε πολύ περισσότερους χαρακτήρες, περισσότερα πράγματα να συμβαίνουν και επίσης δεν ήταν περιορισμένο σε έναν χώρο. Η ιδέα ήταν για μία ελληνική εκδοχή του «Sopranos», το πως δηλαδή λειτουργούν οι crime masterminds στην Ελλάδα.

Επειδή όλο αυτό ήταν αδύνατο να βγει λόγω μπάτζετ, σκεφτήκαμε πρακτικά. Αποφασίσαμε λοιπόν να φέρουμε την αφήγηση της ιστορίας σε μία τοποθεσία και να χρησιμοποιήσω όλες τις αναφορές που ήθελα στην τεχνολογία και την ποπ κουλτούρα. Επειδή όπως σου είπα και πριν, η μεγάλου μήκους είναι ένα μαραθώνιος, είναι σημαντικό να παίρνεις αποφάσεις σε κάτι που θα σκεφτείς τώρα, αλλά θα το βρεις μπροστά σου σε μερικούς μήνες. Έμαθα λοιπόν πως τα λάθη του μεθαύριο, πρέπει να λυθούν σήμερα, και προσπάθησα μαζί με όλο το συνεργείο να είμαστε συνεχώς προνοητικοί.

Όλες οι σινεφίλ και όχι μόνο αναφορές στην ταινία, σε κάνουν να αισθάνεσαι πολύ οικεία βλέποντάς την. Θεωρείς ότι υπάρχει μία παγκόσμια κουλτούρα που είναι πια στοιχείο και της ελληνικής παράδοσης;

Πρώτα κάθε είδος έχει την ιδεαλιστική του μορφή. Για παράδειγμα οι γκανγκστερικές ταινίες ξεκίνησαν το ‘30 και πέρασαν σε ένα πιο ρεαλιστικό ύφος αργότερα με τον «Νονό» ή τον «Σημαδεμένο», για να φτάσουν σε μία μεταμοντέρνα εκδοχή νεο-νουάρ. Ως θεατές αναγνωρίζουμε καλά τις συμβάσεις του είδους και έτσι καθώς εξελίσσεται η ταινία περιμένουμε λίγο πολύ το τι θα γίνει. Ή τι δεν θα γίνει! Αυτό δημιουργεί μία ανάγκη για αποδόμηση και πιστεύω πως η Ελλάδα βολεύει για κάτι τέτοιο.

Εμείς εδώ δεν έχουμε απαίτηση οι ταινίες μας να είναι χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ. Δεν υπάρχει η παραγωγή ή μερικές φορές και η ικανότητα, δεν έχουμε συνεργείο εκατοντάδων ατόμων, ούτε πρωταγωνιστές action figures. Βλέπουμε όμως ως θεατές τέτοιες ταινίες, μας επηρεάζουν και δημιουργούμε προσδοκίες. Εγώ λοιπόν ήθελα να πω την ιστορία ενός φαντασμένου τύπου που σκέφτεται με βάση τις ταινίες και όταν μία κατάσταση του θυμίζει κάτι τέτοιο, του φαίνεται αστείο. Όπως συμβαίνει άλλωστε και στην πραγματική ζωή. Στόχος μου ήταν να δείξω πως όντως αυτοί οι χαρακτήρες έχουν επηρεαστεί βαθιά από την ποπ κουλτούρα.

Πέρα από ‘σενα λοιπόν που ήξερες ακριβώς τι θέλεις να κάνεις και ποιες ήταν οι αναφορές σου, το υπόλοιπο συνεργείο, οι ηθοποιοί, κατανόησαν άμεσα το σενάριο της ταινίας;

Ναι ήταν κοινός τόπος. Είπα παιδιά αυτές είναι οι αναφορές μου, έτσι το σκέφτομαι, και θέλω να κάνουμε κάτι mainstream, που να είναι όμως ποιοτικό κινηματογραφικά. Σκεφτόμουν συνεχώς να κάνουμε καλύτερα πλάνα, να έχουμε καλό ήχο. Γενικά μας ένοιαζε πάρα πολύ το να βγει τεχνικά σωστή, όσο κι αν η ταινία δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. Θέλω ο κόσμος να την παρακολουθεί και να σκέφτεται πως του αρέσει αυτό που βλέπει.

Το «Do It Yourself» είναι μία αστυνομική ταινία δράσης ή απόδρασης;

(γέλια). Απόδρασης, αν και δεν έχουμε αστυνομικούς! Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω αστυνομικούς στο σενάριο γιατί είναι συνήθως η πιο βασική σύγκρουση. Αν τους βάζαμε θα ήταν κάτι αναμενόμενο και η ταινία ίσως θα πήγαινε κάπου αλλού. 

Πες μου λίγο για την επιλογή των ηθοποιών. Πόσο σε βοήθησαν αυτοί οι άνθρωποι που έχουν τέτοια εμπειρία στον κινηματογράφο και το θέατρο;

Σχετικά με τη σκηνοθεσία, πορεύομαι με δυο ρητά που έχουν πει δυο μεγάλοι σκηνοθέτες. Το πρώτο το είχε πει ο Κουροσάβα, πως το 50% της σκηνοθεσίας είναι το κάστινγκ. Έχω μάθει να μην λέω πολλά στους ηθοποιούς μου την ώρα του γυρίσματος και βασίζομαι περισσότερο στο παρελθόν τους. Ποιοι είναι, από που έρχονται και τι πιστεύουν οι ίδιοι για τον χαρακτήρα που υποδύονται. 

Το άλλο το είχε πει ο Όλιβερ Στόουν, και το κάνει σχεδόν σε όλες του τις ταινίες. Όλοι οι δεύτεροι χαρακτήρες μιας ταινίας, πρέπει να είναι γνώριμα ονόματα στον θεατή. Πέρα από τον Άλκη, που είναι ο βασικός χαρακτήρας και τον υποδύεται ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, το «Do It Υourself» έχει πολλούς «δευτεραγωνιστές» που έχουν όμως ίση βαρύτητα. Το να κάνεις κάστινγκ αυτούς τους χαρακτήρες με γνωστούς ηθοποιούς βοηθά τον θεατή να παρακολουθήσει πιο εύκολα την πλοκή. Ήξερα πως το σενάριο είναι περίπλοκο. Το να έχω λοιπόν γνώριμα πρόσωπα για τον Έλληνα θεατή, πρόσωπα που μπορούν να θυμηθούν ακόμα κι αν δεν έχουν συγκρατήσει το όνομα του χαρακτήρα, ήταν πολύ σημαντικό για να λειτουργήσει η ταινία. Ο θεατής μπορεί να κάνει πιο εύκολα τους αναγκαίους συσχετισμούς έτσι.

Η ταινία έχει να κάνει πολύ με την παραπληροφόρηση. ...Όπως και ο τίτλος! Σου λέει «ψάξ’ το μόνος σου».

Επίσης αυτό που είναι πολύ καλό στην ταινία, είναι πως δεν φοβάσαι τη μουσική και τη δυναμική που μπορεί να αποκτήσει.

Ο Χρήστος Χριστοδούλου που μας έγραψε τη μουσική είναι πολύ ταλαντούχος. Έχει κάνει πολύ ωραίες μουσικές για video games και όταν συναντηθήκαμε κατάλαβε αμέσως τι ήθελα να κάνω. Επίσης ήθελε να πειραματιστεί και ο ίδιος και να κάνει αυτή την αλλαγή. Άμα ακούσετε τις μουσικές που έχει γράψει για τα παιχνίδια, θα καταλάβετε. Στην ταινία ήθελα έναν ήχο που να θυμίζει «Δον Κιχώτη», την ιδέα μίας σπανιόλικης μελωδίας με ελληνικά όργανα. Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε το μπουζούκι με τρόπο που να μην θύμιζε κάτι που έχεις ξανακούσει στο παρελθόν. Η μουσική στην ταινία σου δημιουργεί μία εικόνα πως όλοι είναι κονκισταδόροι. Πως όλοι είναι πολύ πιο γαμάτοι, από αυτό που είναι στην πραγματικότητα!

Στο «Do It Yourself» χρησιμοποιείς viral, βιντεο-κλήσεις, κάμερες που συμμετέχουν δημιουργικά στην πλοκή. Πώς βλέπεις το μέλλον της αφήγησης στον κινηματογράφο;

Στην ταινία προσπαθήσαμε να δείξουμε διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται η επικοινωνία. Ήθελα να βρω δημιουργικούς τρόπους έκφρασης για να ενσωματώσω τα νέα ψηφιακά μέσα, πράγμα που έχουν κάνει ήδη σκηνοθέτες από την Κορέα ή π.χ. το «House of Cards». Είναι μία πρόκληση.

Η αλήθεια είναι πως χάνουμε πλέον εύκολα τη συγκέντρωσή μας. Ό,τι και να γίνει, το κινητό θα το κοιτάξουμε ανά 15-20 λεπτά. Ό,τι κι αν κάνουμε! Ακόμα και μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα, όσο ενδιαφέρον κι αν έχει αυτό που παρακολουθούμε. Δεν ξέρω πολύ κόσμο που να κλείνει εντελώς το κινητό του στον κινηματογράφο. Καλώς ή κακώς, λοιπόν, πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο και να ενσωματώσεις το κινητό στην ταινία. Για παράδειγμα, ο Σόντερμπεργκ πειραματίστηκε με τη σειρά «Mosaic» ή το «Unsane» και τη χρήση του κινητού. Μπορεί να μην του βγαίνουν όλα όσα κάνει, αλλά το προσπαθεί και τον ενδιαφέρει να εξελίξει το μέσο.

Πόσα απ’ αυτά που μας δείχνεις στην ταινία είναι λοιπόν «πραγματικά»;

Η ταινία έχει να κάνει πολύ με την παραπληροφόρηση. Άλλωστε πλασάρεται σαν αληθινή ιστορία, ενώ δεν είναι. Η ιδέα αυτή υπάρχει σε πάρα πολλά σημεία στην ταινία επίτηδες. Όπως και ο τίτλος! Σου λέει «ψάξ’ το μόνος σου». Για παράδειγμα ο Χρήστος Λούλης υποδύεται έναν κακοποιό που βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές της Θήβας, ενώ οι συγκεκριμένες φυλακές είναι μόνο γυναικών. Το ότι είναι εκεί, είναι κάτι άκυρο, μία ανακολουθία. Συνειδητά έχουμε βάλει πολλά ψεύτικα πράγματα που τα παρουσιάζουμε ως αληθινά. Θέλαμε έτσι να βγει το παράλογο μιας είδησης. Μιας είδησης που είναι viral.

Μιας και κάναμε αρκετή κουβέντα για τις αναφορές, μπορείς να μου αντιστοιχίσεις τους πέντε βασικούς χαρακτήρες σου με πέντε ταινίες που τους περιγράφουν καλύτερα;

Πολύ ωραία. Για τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη που υποδύεται τον Άλκη θα σου δώσω το «Πιάσε με αν Μπορείς» του Σπίλμπεργκ. Για τον «μπράβο» Μάκη Παπαδημητρίου την «Ένταση» του Μάικλ Μαν και για την Μυρτώ Αλικάκη θα πω το «Thank You for Smoking». Τώρα για τους δυο εγκεφάλους των εγκληματικών οργανώσεων, Χρήστο Λούλη και Θέμη Πάνου, θα σου δώσω τρεις τίτλους. Τα «Καλά Παιδιά» του Σκορσέζε και το πρωτότυπο «Infernal Affairs» για τον Λούλη, και το «Επικίνδυνες Υποσχέσεις» του Κρόνενμπεργκ για τον Πάνου.