Ο αγαπημένος ηθοποιός φοράει το κοστούμι του δημοφιλούς υπερήρωα σε μια εναλλακτική ανάγνωση της ιστορίας, τοποθετημένη στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1930.
Νέα Υόρκη, 1933. Ο Μπεν Ράιλι (Νίκολας Κέιτζ) ήταν κάποτε ο Spider-Man, ο υπερήρωας που έτρεμε κάθε κάθαρμα της πόλης. Ύστερα, όμως, από τον βίαιο χαμό της αγαπημένης του, ο Ράιλι αποσύρθηκε και, με την πραγματική του ταυτότητα πλέον, χαραμίζει τον χρόνο του παρακολουθώντας συζύγους ως ιδιωτικός ντετέκτιβ. Πολύ σύντομα, ωστόσο, θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια περίπλοκη υπόθεση, όταν ένας μεγαλομαφιόζος της περιοχής (Μπρένταν Γκλίσον), σε μια προσπάθεια να αυξήσει την κυριαρχία του, επιστρατεύσει άλλους μεταλλαγμένους στις υπηρεσίες του.
Βασισμένο στο κόμικ «Spider-Noir», που βρίσκει έναν μεσήλικα Spider-Man να έχει γίνει ντετέκτιβ στη Νέα Υόρκη του ’30 αλά Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, το νέο τηλεοπτικό πόνημα του Amazon Prime Video έρχεται να δώσει μια πνοή φρεσκάδας και κάτι το διαφορετικό στις επί οθόνης αποδόσεις των αγαπημένων μας κόμικ χαρακτήρων. Διατηρώντας την αισθητική του κόμικ, διαθέτοντας μια πλούσια χρωματική παλέτα και με σεβασμό στη μυθολογία του Spider-Man, η σειρά «παντρεύει» όλα τα παραπάνω με ένα νουάρ ύφος, αναφορές σε κλασικές στιγμές του είδους, που ακόμα κι όταν νιώθεις ότι είναι στείρος μιμητισμός δεν παύει να είναι αγαπησιάρικος.
Το βασικό προτέρημα της σειράς είναι, φυσικά, ο πρωταγωνιστής της. Ο Νίκολας Κέιτζ βρίσκει επιτέλους το υπερηρωικό πρωταγωνιστικό όχημα που του αξίζει, έχει το χώρο να μεταμορφώσει τον χαρακτήρα όπως επιθυμεί, ταυτόχρονα όμως η περσόνα του δεν καπελώνει τη σειρά. Αλλά και σαν χαρακτήρας, ο Μπεν Ράιλι είναι ένας πρωτότυπος υπερήρωας, που θα φορέσει τη μάσκα όπως όπως και θα εισέλθει σε ένα μπαρ προκειμένου να ανταλλάξει τίμιο ταβερνόξυλο με τους αντιπάλους του. Είναι loser, δειλός όπως μας τονίζει συνέχεια ο ίδιος, με λίγα λόγια ελαττωματικός σαν χαρακτήρας, ταυτόχρονα όμως γοητευτικός και συμπαθής.
Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους χαρακτήρες: ο «κακός» του Μπρένταν Γκλίσον δεν πάσχει από το σύνδρομο των περισσότερων κακών του σύγχρονου κόμικ σινεμά, δεν έχει το παραμικρό ηθικό άλλοθι. Είναι ένας στυγνός, αμείλικτος «κακός» γιατί έτσι του αρέσει. Οι άλλοι υπερήρωες, ο Rhino, o Electro κλπ, είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να πηγαίνουν κόντρα στα υπερηρωικά κλισέ: ο ένας είναι εύσωμος και κουράζεται από τη μάχη, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του εκτοξεύει σεξπιρικές ατάκες χωρίς λόγο (υπέροχο εύρημα), άλλος έχει αδυναμία στο ποτό και τις γυναίκες.
Η δράση της σειράς είναι αρκετά καλή. Υπάρχουν συνολικά 3-4 set-pieces δράσης που εντυπώνονται στη μνήμη. Ένα επεισόδιο, το έκτο, φλερτάρει με το είδος του τρόμου και οι πινελιές Λάβκραφτ και Κρόνενμπεργκ είναι καλοδεχούμενες – πρόκειται μάλλον για το καλύτερο επεισόδιο της σειράς. Όμως η σειρά παραμένει από την αρχή ως το τέλος ένα κόμικ μεταμφιεσμένο με νουάρ περίβλημα και αυτή την αισθητική γραμμή δεν την προδίδει ποτέ.
Ελαττώματα υπάρχουν. Στην προσπάθειά τους να κάνουν το θέαμα πιο «νουάρ», οι σκηνοθέτες καταφεύγουν υπερβολικά συχνά στη χρήση dutch angles, χωρίς να υπάρχει λόγος, απλά και μόνο επειδή πρόκειται για σήμα κατατεθέν του κλασικού νουάρ. Η σκηνοθεσία είναι αρκετά τηλεοπτική, με πολλά κοντινά πλάνα κι ελάχιστα γενικά, αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας, άλλωστε τηλεόραση παρακολουθούμε.
Παρά τα ελαττώματά του, όμως το «Spider-Noir» είναι μια πραγματικά πολύ αξιόλογη σειρά. Φέρνει κάτι νέο στην υπερηρωική μυθολογία, δεν υποφέρει από το άγχος του «ξεπλύματος» χαρακτήρων που έχουμε αγαπήσει ως κακούς («Joker» για εσένα λέμε) και βρίσκει έναν Κέιτζ σε μεγάλη φόρμα. Δεν έχει ειπωθεί τίποτα για ενδεχόμενη δεύτερη σεζόν, είναι όμως κάτι που θα μας έκανε ιδιαίτερα χαρούμενους αν συνέβαινε. Αναμφίβολα η πρώτη αυτή σεζόν είναι μια από τις καλύτερες τηλεοπτικές σειρές του 2026 μέχρι τώρα.









