Συνέντευξη: Η Τίλντα Σουίντον και ο Τζορτζ Μίλερ διηγούνται στο cinemagazine τις ιστορίες τους - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
10:46
1/9

Συνέντευξη: Η Τίλντα Σουίντον και ο Τζορτζ Μίλερ διηγούνται στο cinemagazine τις ιστορίες τους

Ένα φαντασμαγορικό παραμύθι με τίτλο «Τρεις Χιλιάδες Χρόνια Προσμονής», που ξεπήδησε από το ατίθασο μυαλό του σκηνοθέτη στον οποίο οφείλουμε την εντυπωσιακή τετραλογία του «Mad Max, στάθηκε η αφορμή για να μοιραστούμε την παρακάτω εξαιρετική συζήτηση με τον Ελληνοαυστραλέζικης καταγωγής δημιουργό και την πολυαγαπημένη μας πρωταγωνίστριά του, Τίλντα Σουίντον, λίγες ώρες πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ Καννών.

Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα

«Ξέρω ακριβώς πότε ξεκίνησαν όλα», δηλώνει εμφατικά η Τίλντα Σουίντον έχοντας μόλις ανανεώσει το τσάι στο φλιτζάνι που βρίσκεται μπροστά της. «Ήταν πέντε χρόνια πριν, εδώ στις Κάννες που βρισκόμαστε τώρα, σε ένα εορταστικό τραπέζι για τα 70ά γενέθλια του Φεστιβάλ. Καθόμουν απέναντι από τον Τζορτζ χωρίς να ξέρω ποιος είναι και άρχισα να του μιλάω. Πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να καταλάβω ότι μιλούσα στον Τζορτζ Μίλερ και ντράπηκα πολύ γι' αυτό, αλλά ταυτόχρονα ενθουσιάστηκα που τον γνώριζα επιτέλους. Και καθώς η νύχτα προχωρούσε, περάσαμε χρόνο μαζί συζητώντας. Και ένα χρόνο μετά έλαβα από εσένα, Τζορτζ, το σενάριο για την ταινία».

Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα, θυμάται και ο Τζορτζ Μίλερ, καθισμένος χαμογελαστός και σπιρτόζος δίπλα στην ανοιχτόχρωμα ντυμένη Τίλντα, σε ένα άνετο δωμάτιο ξενοδοχείου των Καννών, ένα ηλιόλουστο πρωινό του περασμένου Μάη. «Γνώριζα μόνο τη δουλειά της μέχρι εκείνο το βράδυ. Ποτέ δεν είχε τύχει να γνωριστούμε από κοντά. Και από τη στιγμή που αυτό συνέβη, δε μπορούσα να την ξεχάσω. Ήμουν πεπεισμένος ότι εκείνη έπρεπε να πρωταγωνιστήσει στην ταινία και στο πίσω μέρος του μυαλού μου σκεφτόμουν, για τον ένα χρόνο που χρειάστηκε το σενάριο μέχρι να ολοκληρωθεί, πόσο ωραίο θα ήταν να της δινόταν η ευκαιρία κάποτε να το διαβάσει και να ενδιαφερθεί. Και να που κάποια στιγμή, έπειτα από καιρό, η Τίλντα διάβασε το σενάριο. Και όταν με πήρε το τηλέφωνο για να μου πει "Ναι. θέλω να κάνω μαζί σου αυτή την ταινία", για μένα ήταν μια στιγμή πολύ σημαντική και καθοριστική. 

Εν τω μεταξύ, περίπου την ίδια εποχή πριν πέντε χρόνια, γνώρισα και τον Ίντρις Έλμπα. Και το να γνωρίζεις δυο ηθοποιούς τέτοιους από κοντά, όχι απλά μέσα από τις δουλειές τους, είναι πολύ σημαντικό γιατί σου δίνει μια καλύτερη αίσθηση για το ποιοι είναι ως άτομα. Οπότε, άπαξ και γνώρισα τον Ίντρις και την Τίλντα, ήμουν σίγουρος ότι μόνο αυτοί οι δύο μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές μου. Και η παρουσία της με βοήθησε συνεπακόλουθα στο να βρω ευκολότερα χρηματοδότηση για την ταινία».

Τίλντα Σουίντον: «Τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω της πανδημίας, όλα τα αφηγήματά μας και όλες οι προσωπικές μας ιστορίες απλώς συνετρίβησαν»

Ένα ενήλικο παραμύθι όπως το «Τρεις Χιλιάδες Χρόνια Προσμονής», όσο εντυπωσιακό οπτικά και αν είναι ή όσο αντισυμβατικό αποδεικνύεται, δυστυχώς δεν υπακούει στους στενόμυαλους κανόνες της σημερινής κινηματογραφικής αγοράς: δεν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο target group θεατών, δεν αναπαράγει κάποια δεδομένη συνταγή και άρα δεν εγγυάται απαραιτήτως την εμπορική απήχηση που αποζητούν τα μεγάλα στούντιο. Ο Τζορτζ Μίλερ κατάφερε εντούτοις να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός τέτοιου μεγάλου στούντιο, καθώς «σημασία έχει εξαρχής να είσαι αποφασισμένος ότι επιθυμείς πάση θυσία να διηγηθείς μια ιστορία. Κι εγώ ήμουν παθιασμένος με την προοπτική του να μεταφέρω στην οθόνη το βιβλίο της Α. Σ. Μπάρι, γιατί από τότε που το διάβασα, κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του '90 πρέπει να ήταν, δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου. Οπότε αυτό και μόνο ήταν για μένα ερέθισμα αρκετό».

Η προοπτική της διασκευής του συγκεκριμένου διηγήματος της Βρετανίδας συγγραφέως ίσως του έδωσε και μια ευκαιρία να εγκαταλείψει προσωρινά το απαιτητικό κινηματογραφικό σύμπαν των ταινιών «Mad Max» στο οποίο επέστρεψε δυναμικά φέτος το καλοκαίρι, ξεκινώντας τα πολυαναμενόμενα γυρίσματα της «Furiosa», και να ανανεωθεί με κάτι διαφορετικό. Θα συμφωνήσει κι ο ίδιος: «Οι ταινίες του "Mad Max" γίνονται σε εξωτερικούς χώρους, με ελάχιστους διαλόγους αλλά αμέτρητες τεχνικές απαιτήσεις. Στο "Τρεις Χιλιάδες Χρόνια Προσμονής" βρέθηκα αντιμέτωπος με τη συνθήκη ενός φιλμ στο οποίο ξαφνικά τα λόγια είναι πολλά, όμως ο χώρος δράσης παραμένει στην πραγματικότητα ένα δωμάτιο ξενοδοχείου.  Αυτό στυλιστικά υπήρξε αναζωογονητικό για μένα».

Η Τίλντα Σουίντον σε σκηνή της ταινίας

Τζορτζ Μίλερ: «Όσο ο κόσμος μας γίνεται ένα ολοένα και δυσκολότερο μέρος, τόσο πιο πολύ φουντώνει η ανάγκη μας να μας διηγούνται ιστορίες»

Ας είμαστε, παρ' όλα αυτά, ειλικρινείς: μπορεί να βρίσκεται μακριά από τις μελλοντολογικές δυστοπίες των «Mad Max», όμως ακόμη και αυτή του η ταινία αποτελεί μια καθαρόαιμη εξτραβαγκάντζα, ένα εικονογραφικό ντελίριο στο οποίο η φαντασία είναι η πρόφαση και η επίκληση στη μαγεία της αφήγησης ο σκοπός. «Με συναρπάζει πώς, σε μια εποχή όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ιλιγγιώδης διακίνηση της πληροφορίας, η ανάγκη να μας διηγούνται ιστορίες παραμένει αμετακίνητη. Οι ταινίες, τα βιβλία, οι σειρές στην τηλεόραση προσφέρουν χιλιάδες ευκαιρίες σε κάποιον που αποζητά να του διηγηθούν μια ιστορία. Και παρά την πληθώρα αυτή, ουδέποτε η αφήγηση έπαψε να μας αφορά ως ανθρωπότητα. Ίσα-ίσα που όσο ο κόσμος μας γίνεται ένα ολοένα και δυσκολότερο μέρος για να ζήσει κανείς, άλλο τόσο φουντώνει η ανάγκη μας να ακούσουμε, να διαβάσουμε, να δούμε μια ιστορία».

Εδώ και λίγα λεπτά η Σουίντον έχει στραφεί προς το μέρος του Μίλερ και τον παρακολουθεί με τρομερό ενδιαφέρον. Μόλις εκείνος ολοκληρώνει, ευθύς αναλαμβάνει εκείνη να συνεχίσει τρόπον τινά τον προβληματισμό του. «Ξέρετε», μου λέει,  «είμαστε αφηγηματικοί πίθηκοι. είμαστε homo narrans περισσότερο ακόμη κι από homo sapiens και χρειαζόμαστε ιστορίες όλη την ώρα. Ζούμε μέσα από τις ιστορίες που πλάθουμε για τον εαυτό μας. Όλοι μας έχουμε μια ιστορία για σήμερα, έχουμε ένα πρόγραμμα. Ξέρω, ας πούμε, κι εσείς ξέρετε, ότι σε λίγα λεπτά εσείς θα φύγετε για την επόμενή σας συνέντευξη πιθανόν κι εμείς θα μείνουμε καθισμένοι εδώ, να μιλάμε με κάποιον άλλον δημοσιογράφο. Μετά θα πάμε για μεσημεριανό, και ούτω καθεξής. Αυτό το αφήγημα είναι απίστευτα σημαντικό για όλους μας, όπως σημαντικό είναι το ότι "σε τρεις μήνες έχω κανονίσει το τάδε ταξίδι" ή "έχω βάλει μπροστά το εξής σχέδιο". 

Κι ένα από τα πράγματα που όλοι παρατηρήσαμε τα τελευταία δύο χρόνια λόγω της πανδημίας είναι ότι όλα τα αφηγήματά μας απλώς συνετρίβησαν. Οι άνθρωποι έλεγαν ξαφνικά "Α, ίσως δεν καταφέρω να παντρευτώ στο τέλος του καλοκαιριού" ή "Ίσως δεν θα μπορέσω να πάω στην Αμερική να επισκεφτώ τον γιο μου" ή οτιδήποτε. Και έπειτα βρεθήκαμε πολλοί στην εφιαλτική θέση του να πρέπει να υιοθετήσουμε ξαφνικά όλων των ειδών τα φρικτά αφηγήματα, όπως "Πασχίζω να είμαι με τον πατέρα μου όταν πεθάνει, γιατί ξεψυχά μόνος του στο νοσοκομείο με Covid". 

Τέτοια πράγματα, αυτή η αίσθηση του τραύματος όταν όλα αυτά τα αφηγήματα συντρίβονται, είτε είναι μικρά αφηγήματα όπως "δεν μπορώ να πάω στα μαγαζιά" είτε είναι πολύ πολύ μεγαλύτερα αφηγήματα που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή, μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε την εξάρτησή μας. Γιατί εξαρτόμαστε κρίσιμα από τα αφηγήματα. Τα δικά μας και των άλλων. Γι' αυτό μας έλειψε το σινεμά τον καιρό της καραντίνας. Νιώσαμε στερημένοι από τα αφηγήματα των άλλων ανθρώπων. Και χρειαζόμαστε τη μυθοπλασία γιατί μας προσφέρει ένα διάλειμμα από τον εαυτό μας».

«Απλώς, με όσα πια συμβαίνουν, αισθάνομαι ότι αυτό που αλλάζει περισσότερο είναι η κοινή γνώση που έχουμε ως ανθρωπότητα», υπογραμμίζει ο Μίλερ. «Αναζητούμε απεγνωσμένα νέα γνώση προκειμένου να εξηγήσουμε και να διαχειριστούμε όσα καινούργια και αναπάντεχα συμβαίνουν γύρω μας. Ταυτόχρονα όμως νιώθω ότι όσο πιο πολλά γνωρίζουμε, τόσο πιο πολύ βαθαίνουν τα μεγάλα μυστήρια που διέπουν αυτό τον κόσμο και μας απασχολούν από το μακρινό παρελθόν. Εδώ είναι που επεμβαίνει και πάλι η μυθοπλασία και η αφήγηση. Προσπαθεί να δώσει εξήγηση στα μυστήρια. Και όσο προσπαθεί, άλλα τόσα μυστήρια προκύπτουν».

Τίλντα Σουίντον και Ίντρις Έλμπα σε σκηνή της ταινίας

Υπάρχει κάποιο έργο μυθοπλασίας που θα λέγατε πως σας σχημάτισε ως ανθρώπους ή ενδεχομένως σας προσδιόρισε ως καλλιτέχνες; Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα κομμάτι μουσικής.

Τζορτζ Μίλερ: Για μένα, αναμφίβολα είναι όταν κάποια στιγμή τη δεκαετία του '50 ο δίδυμος αδερφός μου κι εγώ αγοράσαμε έναν δίσκο βινυλίου. Μιλάω για πριν την εποχή της τηλεόρασης. Πήραμε λοιπόν έναν δίσκο στον οποίο ο Όρσον Γουέλς διάβαζε τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Όσκαρ Γουάιλντ και έκανε παραγωγή σε μια δικής του σύλληψης ηχητική αναπαράσταση του διηγήματος. Και δεν ξέρω, εκείνη η μεγαλειώδης φωνή και η δύναμη της ιστορίας του Γουάιλντ άσκησαν μια ανυπέρβλητη μαγεία επάνω μας. Κι ακούγαμε αυτό τον δίσκο συνέχεια. Πρέπει να τον είχαμε παίξει στο πικάπ χιλιάδες φορές μέσα σε ένα διάστημα δύο χρόνων. Και κοιτάζοντας πίσω στη ζωή μου είναι βασικά αυτός ο δίσκος που με χαρακτήρισε στο μετέπειτα έργο μου. Σίγουρα από εκεί πήρα την έννοια της ηρωικής χειρονομίας που πέρασε μετά σε κάποιες ταινίες μου. Γιατί υπήρχαν τα πάντα μέσα σε αυτή την ιστορία την τόσο συγκινητική και τόσο ονειρεμένη.

Και για εσάς;

Τίλντα Σουίντον: Σπάω το κεφάλι μου για να θυμηθώ μια συγκεκριμένη ιστορία. Όμως δεν ήταν ποτέ μία μόνο ιστορία. Ήταν το γεγονός ότι μας διάβαζε - σε μένα και στους αδερφούς μου - η γιαγιά μας, που ήταν καταπληκτική αφηγήτρια ιστοριών. Άλλοι άνθρωποι μπορεί να μας έλεγαν καμιά φορά την ίδια ιστορία, να μας διάβαζαν τα ίδια βιβλία, αλλά δεν το έκαναν τόσο περιγραφικά όσο το έκανε εκείνη. Ο τρόπος με τον οποίο περιέγραφε τη θάλασσα ή μας έλεγε πως ήταν ο καιρός εκείνη την ημέρα, πώς ήταν ο αέρας, πώς ήταν οι μυρωδιές, αυτό είχε πραγματικά μεγάλη επιρροή επάνω μου. Σχεδόν δεν είχε ποτέ σημασία τι μας διάβαζε η γιαγιά μου. Θα μπορούσε να ήταν ο τηλεφωνικός κατάλογος αυτό που μας διάβαζε. Το στριφογυρνούσε όμως με τέτοιο τρόπο ώστε έκανε πολύ καλό στη φαντασία μας. Ειδικά πριν κοιμηθούμε, οπότε μας τάιζε με όμορφα όνειρα. Αυτό μου αρέσει να θυμάμαι.

INFO
Η ταινία «Τρεις Χιλιάδες Χρόνια Προσμονής» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την εταιρεία Tanweer