Θα Φύγω Μια Μέρα - ταινιες || cinemagazine.gr

Θα Φύγω Μια Μέρα

Partir un jour

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αμελί Μπονέν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Αμελί Μπονέν, Ντιμίτρι Λουκά
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ζιλιέτ Αρμανέ, Μπαστιάν Μπουιγιόν, Ντομινίκ Μπλαν, Τουφίκ Ζαλάμπ, Φρανσουά Ρολέν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Νταβίντ Κεγιέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Κέρεν Αν, Τσίλι Γκονζάλεζ, Πολίν Ραμπό ντε Μπαραλόν, Ζερμέν Ιζιντόρζικ, Έμα Πρατ, Τομά Κραμεγιέ, Τεό Κεζέρ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: One From the Heart
    Θα Φύγω Μια Μέρα

Η Σεσίλ, μια νικήτρια τηλεοπτικού διαγωνισμού μαγειρικής, έχει παραπάνω βλέψεις για την Γαστρονομία. Θέλει να κάνει ντόρο με το νέο της εστιατόριο, που θα ανοίξει μαζί με τον σύντροφό της. Όμως μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και μια αναγκαστική επιστροφή στο πατρικό πάνε να την προσδέσουν στο παρελθόν. Η ταινία που (απρόσμενα) άνοιξε τις περυσινές Κάννες είναι ένα μιούζικαλ που μπορεί και να κρατήσει κανείς στην καρδιά του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχει ένα γεγονός της θέασης που εκτιμώ δεν παίρνουμε όσο θα έπρεπε τοις μετρητοίς. Από μια ταινία μπορεί να έχεις την καλύτερη προαίρεση, την μεγαλύτερη επιθυμία, τον πιο διακαή πόθο να συσχετιστείς. (Μπορεί να είσαι και παλιάνθρωπος και να μην σε ενδιαφέρει παντοιοτρόπως ο συσχετισμός, αλλά δεν μιλάμε για -ούτε σε- σένα.) Όμως αυτό που θέλουμε, ανέκαθεν ίσχυε αυτό (και όχι μόνο στα έργα), είναι υποσύνολο αυτού που μπορούμε. Και ο λόγος που αναφέρομαι σε τούτο είναι γιατί η ταινία μας σήμερα, υπάρχουν ήδη τα στοιχεία από τις Κάννες, θα αντιμετωπιστεί χλιαρά από την Κριτική, πιθανόν και από μεγάλη μερίδα των σινεφίλ, οι οποίοι άλλωστε αποτελούν και αυτοί ένα άτυπο, εξίσου σημαίνον, μέρος της Κριτικής. Και ο λόγος που θα συμβεί το μικρό αυτό αμάρτημα –γιατί έγκλημα δεν δύναμαι να σας το αποκαλέσω- συνδέεται με τον διαχωρισμό της συγκίνησης, του μεγάλου αισθήματος (emotion, αγγλιστί) και του εύκολου ενθουσιασμού, του ψωροσυναισθήματος (sentiment, αναλόγως.) Η δύσμοιρη η ταινία μας, αυτό το αξιαγάπητο σινε-κτέρισμα που θα ξεχαστεί γρηγορότερα κι από εκείνο το επίσης ανάλογα μικρό και πολύτιμο«Seizeprintemps» (2020) της Σουζάν Λιντόν (μικρή σημείωση ότι πρόκειται ξανά για ταινία γυναίκας δημιουργού), θα κατηγορηθεί ότι ενδίδει στο δεύτερο. Κι αυτό στα χαρτιά της καλά κρατούσας, ίσως υπέρμετρα ωριμασμένης, ιντελιγκέντσιας είναι συνώνυμο της δευτεράντζας. Επαναφέρω λοιπόν: Αυτό που θέλεις γίνεται να μην στο επιτρέψει αυτό που (δεν) μπορείς.

Θα πρότεινα λοιπόν ότι καλό θα ήταν, έπειτα από περίσκεψη και απόφαση, όχι απλά στον βρόντο του ετσιγουστάρω, να συμπεράνουμε ότι ο διαχωρισμός της συγκίνησης από το ψωροσυναίσθημα είναι ολίγον τι αυθαίρετος. Κι αυτό γιατί πολύ εύκολα βρίσκεται το παράδειγμα που το δικό σου πολυδιαφημισμένο μεγαλειώδες και υψηλό αίσθημα δεν είναι για τον άλλον παρά μια χιλιοπερπατημένη ευκολία. Για κάθε έναν που θα ορκιστεί μεγαλεπήβολα στα δικά του είδωλα υψηλού συναισθήματος θα βρεθεί ένας άλλος, ίσως όχι κακοπροαίρετος, ούτε ζηλόφθονος, μα ούτε και διαπιστευμένος μανιπουλάτορας των προσωπικών σου αδυναμιών, που θα βρει τις προτιμήσεις σου παιδιάστικες, σαχλεπίσαχλες ονειροπαρσίες. Δεν θα αναφέρω παραδείγματα καλλιτεχνικά, μιας και καλλιτεχνικό και πνευματώδες είναι το περιβάλλον μας εδώ. Μπορεί να πληγώναμε ψυχές και η εποχή είναι δύσκολη, πέφτουν και ακυρώσεις αβέρτα.

Δεν πραγματεύεται τα μεγαθήρια της ύπαρξης, αλλά από τα μικρά ξεκινώντας επιβιώνεις στην αρένα

Οπότε λοιπόν να πω, έτσι κάπως αποφθεγματικά, αν και δεν θα το ήθελα να ακουστεί έτσι, ότι ο καθένας αντλεί την συγκίνηση από εκεί που μπορεί, από εκεί που η ζωή και ο χαρακτήρας του καθημερινά τον εναποθέτουν. Η ταινία μας στοχεύει σε αυτούς που έζησαν τα μικρά, μεγάλα δικά τους τραύματα κάποτε, που ονειρεύτηκαν κάπως πρόωρα και τώρα κάπως ετεροχρονισμένα παίζει να τα καταφέρουν να υλοποιήσουν, κι εκείνους που πίσω στα νεανικά τους χρόνια άφησαν και μια ερωτική ημιτέλεια, από εκείνες που, αλήθεια, ποτέ δεν σε εγκαταλείπουν και ενίοτε, συνήθως «κινηματογραφικά», έχουν μια ελάχιστη ευκαιρία να αντιμετωπιστούν για μια φορά ακόμα ώστε να αποδείξουν ότι και ποτέ δεν ευοδώνονται. Ωστόσο αυτή «η μια ακόμα φορά» μπορεί να δώσει μια εξοχότατη δυνατότητα. Όχι να κλείσεις έναν λογαριασμό, αυτό (μπορεί και να) είναι λίγο μπανάλ θεραπευτικολογία (sic), αλλά να πεις/ακούσεις μια κουβέντα ακόμα, να δεις άλλη μια φορά αυτό που είχες ξεγραμμένο ότι θα θωρήσεις ποτέ ξανά, να αισθανθείς μια (κάποια) ελευθέρωση να συνεχίσεις. Εξοχότατη και θεόπικρη η δυνατότητα. (Κάτι σαν το «PastLives», αλλά από μια δημιουργό ρομαντική που αγαπά τους ανθρώπους, όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο την ηρωίδα/εαυτό της.)

Είπα ρομαντική και θυμήθηκα κάτι ακόμα. Ο κάπως βίαια σνομπ διαχωρισμός του υψηλού αισθήματος από το πεζοδρομιακό ψωροσυναίσθημα είναι μερική απόρροια μιας εποχής που κριντζάρει τόσο εύκολα ώστε να φτιάχνει λέξεις για να το περιγράψει. Είναι ίσως (μερική) αλήθεια ότι ενώ διάγουμε βίο λίαν εξατομικευμένο και βασισμένο στο πώς λεπτομερώς αισθανόμαστε και αυτοπροστατευόμαστε και κρίνουμε και διακρίνουμε πάσης φύσεως gaslighters βιαιοπραγούντες (να πάλι η θεραπευτικολογία), έχουμε γίνει και εξίσου λεκτικά άγριοι κι εκπολιτισμένα βιαιοπραγούντες απέναντι σε εκείνο που αισθάνεται «ο άλλος». Κάπου εδώ προκύπτουν οι κριτικές, όχι μόνο επαγγελματιών μα και συνδημιουργών κλίματος σινεφίλ, που θα επιτεθούν στον ρομαντισμό της ταινίας. Ο οποίος ευτυχώς υπάρχει και εξακολουθεί να λαθροβιά – και να χωρά και σε Ταινίες Έναρξης φεστιβάλ-κολοσσών – στον μόνο κόσμο που αξίζει να παίρνει κανείς στα σοβαρά για να του ομορφύνει τη ζωή, αυτόν των καλλιτεχνικών έργων. Που απέχει παρασάγγας από αυτόν (αποκαρδιωτικά μεγάλου) μέρους της Κριτικής – συμπεριλαμβάνω πάντα και τους σινεφίλ.

Οπότε λοιπόν (αναλογικός) ύμνος στην πρώτη μεγάλου μήκους της Αμελί Μπονέν, που επέκτεινε το βραβευμένο με Σεζάρ μικρού μήκους της με το ίδιο θέμα. Ύμνος και στην Ζιλιέτ Αρμανέ που στην πρώτη της πρωταγωνιστική παρουσία φέρνει μια ερωτεύσιμη γαλλικότητα που (πρέπει να δεχθώ) είναι γούστο επίκτητο, αλλά στην ανάμεσα Σαρλότ Γκενσμπούρ και Καμίλ Κλοτέν (τόσο όμοιες με την δεύτερη που έπαιξαν τις αδελφές στο περυσινό «Les enfants vont bien») φυσιογνωμία της βλέπεις μια λαμπρή υπηρεσία στην ηρωίδα του έργου. Ύμνος και στον Μπαστιάν Μπουιγιόν, αλλά αυτός ήταν δεδομένος, ύμνος και στην επιλογή (και τις εκτελέσεις) των τραγουδιών γιατί μέσω αυτών ενώ μπορεί και να «κλωτσήσεις» στην αρχή (ίσως ενθυμούμενος Ζακ Ντεμί και ψελλίζοντας όλο σοφία ένα «που πάτε βρε εν έτει 2026;») συγκροτείται ένα κλίμα παιχνιδιού, νοσταλγίας, ρυθμικής επανεύρεσης μιας νιότης αλλά και πρόσχαρης απόφασης για βλέμμα μπροστά.

Δεν πραγματεύεται τα μεγαθήρια της ύπαρξης, αλλά από τα μικρά ξεκινώντας επιβιώνεις στην αρένα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Θα Φύγω Μια Μέρα
  • Θα Φύγω Μια Μέρα