Εξόριστος ? ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Εξόριστος

Exil

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γερμανία, Βέλγιο, Κόσοβο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βισάρ Μορίνα
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Βισάρ Μορίνα
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μισέλ Ματίσεβιτς, Σάντρα Χούλερ, Ράινερ Μποκ, Τόμας Μρατς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ματέο Κόκο
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Μπένεντικτ Σάιφε
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 121'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: One from the heart
    <ARTICLE TITLE/>

Έξι χρόνια μετά τον εξαιρετικό «Πατέρα» και με αφορμή τη σιωπηρό ρατσισμό της Δυτικής μπουρζουαζίας, ο Κοσοβάρος Βισάρ Μορίνα υιοθετεί τη ματιά του «Ξένου» και σκηνοθετεί ένα στυλιζαρισμένο ψυχόδραμα για την παράνοια που ελλοχεύει στα οξύμωρα της ανδρικής φύσης.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη

Ο Τζαφέρ, ένας Κοσοβάρος χημικός μηχανικός/πατέρας/σύζυγος με το προφίλ του Θάνου Λειβαδίτη, βρίσκει μια μέρα ένα νεκρό αρουραίο μπροστά από την αυλόπορτα του σπιτιού του. Όπως το κομμένο αυτί στο «Μπλε Βελούδο», έτσι κι εδώ το μακάβριο εύρημα γίνεται η αφετηρία σε μια μεθοδική κατάδυση στην παράνοια. Μια παράνοια που σε απόλυτη συνάφεια με το ντεμπούτο του Μορίνα (τον προ 6ετίας «Πατέρα»), προκύπτει από την θυματοποίηση του «ξένου», εν προκειμένω ενός καλλιεργημένου μετανάστη που θα ήθελε να έχει αφομοιωθεί από την αστική γερμανική κοινωνία, αλλά πιστεύει πως δεν το έχει καταφέρει ακόμα. Και το τι νομίζει, είναι για τον «Εξόριστο» πολύ πιο σημαντικό απ’ ό,τι πραγματικά συμβαίνει.

Ο Τζαφέρ θα μπορούσε να ζει μια τακτοποιημένη ζωή στα προάστια της Κεντρικής Ευρώπης. Περιβάλλεται όμως από μια κοινωνία που σε κρίνει με το βλέμμα, γεγονός που κεντρίζει το κόμπλεξ της καταγωγής του. Πιστεύει ότι περιστατικά που χαρακτηρίζονται ως τυχαία από την αστυνομία, είναι επί της ουσίας ρατσιστικές ενέργειες από κάποιον συνάδελφό του. Οι αντιδράσεις του αποτελούν προβολή ενός τυπικού συμπλέγματος κατωτερότητας απέναντι σε εκδηλώσεις μια σιωπηλής ξενοφοβίας. Ο Τζαφέρ γίνεται σταδιακά καχύποπτος με τους πάντες στην αδιέξοδη ζωή του, από το αφεντικό του στον οποίο είχε εμπιστευτεί τη μυοφοβία του, μέχρι τη σύζυγό του (που υποδύεται η τυπικά εξαιρετική Σάντρα Ούλερ). Υποψιάζεται πως η τελευταία τον απατά ενώ ο ίδιος «συνευρίσκεται» για να το θέσουμε κομψά, με μία Αλβανίδα καθαρίστρια στα γραφεία της εταιρείας που εργάζεται. Το σενάριο του Μορίνα που καθ’ ομολογία του έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις προσωπικές του εμπειρίες (έχει ο ίδιος μεγαλώσει στο Κόσοβο και πολιτογραφήθηκε Γερμανός στα 15), είναι γεμάτο από λεπτομέρειες σαν κι αυτή. Μια απαθής ερωμένη τον μετατρέπει από θύμα σε θύτη της ίδιας της φοβίας του, ενώ η καταγωγή της επισημαίνει την ανάγκη που διαμορφώνεται από το κόμπλεξ.

Ένας νεκρός ποντικός και οι εξωσυζυγικές περιπέτειες είναι τα πλημμελήματα μπροστά στα κακουργήματα που ακολουθούν. Η μυοφοβία του ενός απέναντι στην ξενοφοβία που -συγγνώμη αλλά πρέπει να επιμείνουμε στο ρήμα- πιστεύει ότι αντιμετωπίζει, κλιμακώνονται σε δύο σχεδόν σουρεαλιστικά περιστατικά. Δύο εξαιρετικά έντονες στιγμές που ξεπηδούν απ’ το ημίφως με το οποίο ντύνει το ψυχόδραμά του ο Μορίνα. Ακόμα και τις ώρες που ο Τζαφέρ βρίσκεται στο γραφείο κι ο ήλιος θα έπρεπε να λάμπει, ο σκηνοθέτης τον παρακολουθεί σε σκοτεινούς διαδρόμους και δωμάτια, μέσα από κάδρα που συμπληρώνουν την ψυχολογική του κατάσταση. Πρόκειται για μια απλή αλλά αποτελεσματική αισθητικά συνθήκη, που μαρτυρά τρομερή δουλειά στο ντεκουπάζ και το σχεδιασμό της παραγωγής. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί τον ήρωά του από ασφαλή απόσταση. Ξέρει ακριβώς πως θα τον στριμώξει και πως θα τον βγάλει στην αντεπίθεση με μια απλή αλλαγή της οπτικής. Ξέρει πολύ καλά να δείχνει και το θύμα και το θύτη.

Αποπειράται να αποδώσει τον «ξένο» όπως τον είδε κι ο Καμύ, αλλά χωρίς την καφκική διάσταση του έργου που έκανε τον Μερσώ έναν θετικό χαρακτήρα (σαν από ειρωνεία η επίσημη αφίσα του «Εξόριστου» δείχνει τον Τζαφέρ να κάθεται μπροστά από μια πανύψηλη πόρτα, ανακυκλώνοντας ένα από τα μεγαλύτερα καφκικά κλισέ…). Εδώ ο πρωταγωνιστής βασανίζεται όσο βασανίζει. Δεν είναι έρμαιο της υπαρξιακής του αγωνίας, αλλά προσπαθεί να επιβληθεί σε μια πραγματικότητα με την οποία τον συνδέει ο φόβος. Δεν υπάρχει κανένα σημείο που ο θεατής θα μπορέσει να συμπάσχει. Ακόμη και η γυναίκα του κάποια στιγμή τον ρωτάει ευθέως αν έχει σκεφτεί ποτέ πως μπορεί να μη φταίει που οι «άλλοι» είναι ρατσιστές, αλλά που είναι ο ίδιος τόσο μαλάκας. Προηγουμένως έχει προκαλέσει το αφεντικό του, έχει επιπλήξει την ερωμένη σε μια στιγμή που χρειαζόταν τη βοήθειά του, τα έχει βάλει με την αστυνομία κι έχει αμφισβητήσει το θηλασμό (γεγονός που πληρώνει με ένα ανατριχιαστικό όραμα). Το σύμπλεγμα αναλύεται σε επίπεδα, ο Τζαφέρ θέλει να αποδείξει πως είναι ικανός άντρας, ικανός σύζυγος, ικανός πατέρας, ικανός συνάδελφος και εν τέλει ικανός ως Γερμανός. Ένας ψόφιος αρουραίος είναι η ελάχιστη αφορμή που χρειάστηκε ο επιπόλαιος παρατηρητής και ένας ικανότατος σκηνοθέτης για να παρακολουθήσουν παρέα την ανατομία του σύγχρονου ανδρικού ψυχισμού, που μπορεί να φαινομενικά να έχει τα πάντα λυμένα, αλλά αγωνιά και αγωνίζεται να αποδείξει.

Πέρα από τις λογοτεχνικές, εμφανείς είναι και οι κινηματογραφικές αναφορές του «Εξόριστου». Η ατμόσφαιρα και το πολύ διακριτικό χιούμορ (δεν θα γελάσει κανένας όμως) τοποθετούν την ταινία κάπου ανάμεσα στον Έστλουντ και τον Χάνεκε. Υπάρχουν πολλά στοιχεία της πλοκής, που συνδέουν τον «Εξόριστο» με τον «Κρυμμένο». Στυλιστικά βέβαια μιλάμε για δύο πολύ διαφορετικά φιλμ αφού ο Μορίνα καταφεύγει σε μια πολύ πιο οικεία Βορειο- και Κεντροευρωπαϊκή κινηματογράφηση, με εμμονή στην ακρίβεια, στην ψυχανάλυση, αλλά και σε γνώριμους κινηματογραφικούς κώδικες. Παρότι η σκηνοθεσία του δεν είναι ακριβώς διακριτική και τροφοδοτείται αισθητικά από ιδέες που έχουν κάνει τον κύκλο τους στο ευρωπαϊκό σινεμά, καταφέρνει και παρουσιάζει μια εντελώς δική του εκδοχή σε μια πολύ δύσκολη συνταγή (που παρότι πετυχημένη, ελάχιστοι είχαν το κουράγιο να δοκιμάσουν). Δεν είναι δα και λίγο να μπαίνεις στην ίδια κουβέντα με τους προαναφερόμενους σκηνοθέτες και να καταφέρνεις να ξεχωρίσεις… Ακόμη και το χρώμα που αξιοποιεί για να διαβάλει τη μαυρίλα, αξιοποιεί μια πρωτότυπη αντίθεση χρυσού και σκούρου πράσινου για τα θερμά και τα ψυχρά του. Χαρακτηριστικές είναι οι δύο ερωτικές σκηνές που βλέπουμε μόνο μια χρυσή πλάτη να ανεβοκατεβαίνει (ποιητική αδεία, σαν τη «Χιροσίμα» του Ρενέ) ή τα «πράσινα» γραφεία των ανωτέρων του. Ακόμη πιο ιδιότροπο το soundtrack, που στην πλειοψηφία του αποτελείται από έμμετρες φωνητικές επαναλήψεις. Γενικότερα, είναι σαν κάποιος να προσπάθησε να κανονικοποιήσει μια ταινία της λογικής του «Κρυμμένου», χρησιμοποιώντας πολύ ιδιάζοντα στοιχεία.

Είναι τόσο πολύ και σε τόσο πολλά σημεία δουλεμένη η σκηνοθεσία, που στην προσπάθειά της να μην προδώσει το στυλ και να διεισδύσει όσο πιο βαθιά γίνεται στα θέματά της, τεντώνει τις σκηνές της. Ειδικά όσες περιέχουν διάλογο. Όσοι αφήνονται στην αφηγηματικότητα για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν μια ταινία (ειδικά όταν αυτή ξεπερνάει κατά τι τις 2 ώρες), ενδέχεται να δεινοπαθήσουν. Γι’ αυτό το γεγονός και μόνο θα δείτε έναν μάλλον αυστηρό βαθμό στο τέλος του κειμένου (αλλά πότε ήταν δίκαια τα αστεράκια;). Σε κάθε περίπτωση το πρόσημο για τον «Εξόριστο» είναι θετικό. Το τελευταίο μαζί με κάποιες εξεζητημένες αισθητικές επιλογές από το δειγματολόγιο της φάμπρικας που ορίζει τη σύγχρονη ευρωπαϊκή παραγωγή, δεν είναι παρά χλιαρές ενστάσεις που θα διαχωρίσουν μια πραγματικά καλή ταινία, από το πολύ καλό ή το εξαίσιο (δυστυχώς πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις). Οι υπομονετικοί θεατές ενδέχεται να συμπληρώσουν ό,τι λείπει.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Εξόριστος
  • Εξόριστος