Έτσι Είναι η Ζωή
La Vita Va Cosi
Σε μια ανέγγιχτη παραλία-όνειρο της Σαρδηνίας, ένας κτηματομεσιτικός κολοσσός θέλει να ανεγείρει 5άστερο ξενοδοχείο και να αναπλάσει την περιοχή. Μοναδικό εμπόδιο; Αντί ενός πεισματάρικου γαλατικού χωριού, ένας ξεροκέφαλος γέροντας που θεωρεί ότι το σπίτι του δεν έχει τιμή και δεν απαλλοτριώνεται. Kωμωδία στην λαμπρή παράδοση των λαϊκών, πολιτικών ιταλικών κωμωδιών του ’70 που θριάμβευσε εισπρακτικά στην πατρίδα της.
Αναμφίβολα θα υπάρξει ένα ρεύμα ενάντια στην «λαϊκή κωμωδία» του 68χρονου Ρικάρντο Μιλάνι. Κυρίως από μεριάς Κριτικής. Με το δίκιο της ως έναν βαθμό καθώς η ταινία είναι ευάλωτη λόγω διάρκειας και επαναλαμβανόμενων σκηνών, ίσως και αστείων ή δράσεων. Με το (λιγότερο) δίκιο της γιατί θα δει οπισθοδρομικότητα και τοπικισμό – αλλά θα τα μεταμφιέσει συγγραφικά υπό το πρίσμα ενός υποτιθέμενου λαϊκισμού.
Μαζί με την Κριτική θα σταθούν και κάποιοι, που εδώ που τα λέμε ίσως δεν βλέπουν και πολύ σινεμά, που είναι υπέρμαχοι των ανέσεων και παροχών της τουριστικής ανάπλασης, της διακοπής πολυτελείας, της όποιας πλειοψηφίας που βλέπει...αριστεροφροσύνη όταν μιλάς για τις παράκτιες χερσαίες ζώνες που ανήκουν σε όλους και όχι σε αυτούς που τις εκμεταλλεύονται.
Αφού λοιπόν αναγνωρίσαμε τους δυνητικούς πολέμιους, θα σταθούμε αποφασιστικά με τους φίλιους. Όχι γιατί πράγματι η ταινία δεν έχει αδυναμίες. Ναι κρατάει παραπάνω, ναι ενίοτε τα αστεία δεν μοντάρονται οικονομικά, ναι ο Χρόνος της ιστορίας (10 χρόνια!) δεν απεικονίζεται με μια σπουδή αλλά λησμονιέται για χάρη της αντιρεαλιστικής κωμικής απλότητας, ναι κάποτε ο λόγος ακούγεται λαϊκίστικος. Θα σταθούμε γιατί μεταλαμπαδεύοντας θαρραλέα το πνεύμα της ιστορικής λαϊκής ιταλικής κωμωδίας (και το κάνει συνειδητά, υπάρχει και αναφορά εντός του έργου), κατακτά αβίαστα έναν πολιτικό χαρακτήρα «που λέει το σωστό» - όπως και ο πρωταγωνιστής της – το λέει με ναΐφ γοητεία και κωμική φλέβα, γιατί αγαπάει και αδιαφορεί με αγνότητα για την αντιπολίτευση που προτιμά ιδεολογικά την εξέλιξη και τον νεωτερισμό από τρόμο μήπως και την κακοχαρακτηρίσουν ως ξεπερασμένη. Είναι πρόβλημα όταν η έννοια της ποιότητας ζωής ορίζεται έξω από την ανθρώπινη ανάγκη, λες και αυτή δεν είναι αποτέλεσμα παίδευσης, και αναφύεται μέσα από την ορμητικότητα εταιρειών (δηλαδή ανθρώπων) που διαφημίζουν ως απαίτηση των καιρών εκείνο που τους κάνει πλουσιότερους.
Νόμισμα όμως της επιτυχίας της ταινίας είναι και η πολιτική της οξυδέρκεια, ιδίως στο πώς συλλαμβάνει την γενική επικοινωνιακή επίθεση των εχόντων και κατεχόντων προς όλους μας υλοποιώντας το διαίρει και βασίλευε προκειμένου να σαρκωθεί η ηγεμονία τους. Η προσπάθεια της μεγαλοεταιρείας να απευθυνθεί στους συγχωριανούς του πεισματάρη γέρου, να τους γυρίσει όλους εναντίον του ενοχοποιώντας τον που δεν «δίνει δουλειές» στο χωριό, που «δεν αφήνει να έρθει ο τουρισμός στην περιοχή», είναι ένα τυπικό παράδειγμα που ίσως όλοι αναγνωρίζουμε. Ακόμα και ο γιος του τον αντιπαθεί επειδή δεν «παίρνει τα λεφτά να αλλάξει η ζωή μας» - όχι όμως και τα εγγόνια, παιδιά όντα, που έχουν ακόμα μέσα τους την προτίμηση στο ανόθευτο. Έτσι, ο γέροντας που βοσκάει τα γελάδια του στην παραλία τον χειμώνα και -στα λιγοστά που θα πει- ισχυρίζεται ότι η παραλία ανήκει σε όλους μας, μοιάζει ακατανόητος στους συγχωριανούς και ασυγχώρητα ντεμοντέ/γραφικός στους ειδωλολάτρες της «νέας εποχής».
Καθώς η ταινία φωτογραφίζει τον... ακατανόητα μη υλιστή γέροντα, έχει το παραπάνω προνόμιο, λόγω της κωμωδιογραφικής της σύστασης, να μην λειτουργεί εμπαθώς μανιχαϊστικά, όπερ σημαίνει δεν φτιάχνει «κακούς» με βιτριολικό καρύκευμα (ειδάλλως στην πράξη απλώς θα τον καθάριζαν τον γέρο), αλλά απλά ανθρώπους που ου γάρ οίδασι τί ποιούσι. Ακόμα και ο ιδιοκτήτης της μεγαλο-immobiliare είναι συμπαθής (Ντιέγκο Αμπαντουόνο, εγγύηση). Κι αυτό συνεισφέρει τα μέγιστα στην ευψυχία του έργου, σε μια ατμόσφαιρα ανθρωποκεντρικής ασφαλείας που μια καλή κωμωδία οφείλει. Έτσι, όταν έρθει η σκηνοθετική «σύλληψη» του φινάλε (να μείνετε στους τίτλους τέλους), κι εφ’ όσον ανήκετε σε αυτούς που έχουν αναπαυθεί ευχάριστα με όσα προηγήθηκαν, η απόλυτη συμπερίληψη του μουσικού σκετς, με την δέουσα μουσική κάλυψη του Μόουζες Κόνκας (που παίζει παθιασμένα την φυσαρμόνικά του) δεν αποκλείεται να ευφορήσετε μέχρι κάποιας συγκινήσεως. Εγώ μια φορά, ενθουσιωδώς ίσως, εκεί αποφάσισα ότι θα παρακάμψω κάθε σκόπελο και θα υπογράψω ολόψυχα τα τρία αστεράκια μου. Η αίσθηση του φινάλε, με (αλλά και παρά) το δεδομένο των αληθινών περιστατικών που είναι αφετηρία του έργου, κατορθώνει εκείνη την αισιοδοξία συλλογικού χαρακτήρα που ενώνει και ενισχύει το λαϊκό έρεισμα του έργου. Και είναι τέτοια η ευδαιμονία αυτή που να σε κάνει να ξεχνάς για λίγο ότι, για την ώρα τουλάχιστον, οι κακοί κέρδισαν, ότι μόνο οι ταινίες (κι αυτές όχι πολλές) έμειναν να υποσημειώσουν ότι υπάρχουμε ακόμα. Και είναι κρίμα. Τουλάχιστον όμως ο Μιλάνι επιτέλεσε το χρέος του – και για λογαριασμό μας – υπενθύμισε ότι όχι μόνο είναι πολλοί που βάζουν το χρήμα δεύτερο, αλλά και ότι είμαστε η πλειοψηφία εκείνοι που θα θέλαμε ο κόσμος να είναι αλλιώς αλλά, οξύμωρα ίσως, είμαστε πάρα πολλοί για να καταφέρουμε να το αποδείξουμε.











