No Time to Die ? ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

No Time to Die

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2021
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάρι Τζ. Φουκουνάγκα
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Νιλ Πέρβις, Ρόμπερτ Γουέιντ, Κάρι Τζ. Φουκουνάγκα, Φίμπι Γουόλερ-Μπριτζ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ντάνιελ Κρεγκ, Λεά Σεϊντού, Ράμι Μάλεκ, Ρέιφ Φάινς, Κρίστοφ Βαλτζ, Άνα ντε Άρμας
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Λίνους Σάντγκρεν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Χανς Ζίμερ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 163'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tulip
    <ARTICLE TITLE/>

Το 25ο Μποντ της 59χρονης ιστορίας, συνομιλεί ακατάπαυστα με την ιστορία του, γέρνει αποφασιστικά στην συναισθηματική πλευρά της κλεψύδρας και ολοκληρώνει την γραμμή του χαρακτήρα που ξεκίνησε ο ενσαρκωτής του. Όμως ο Σαμ Μέντες είναι μακριά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το ότι ο Σαμ Μέντες είναι μακριά είναι ίσως το κοντύτερο σε περιγραφικό αφορισμό που μπορεί ο υπογράφων να δώσει. Εκείνοι που είδαν πρωτίστως στο «Skyfall», αλλά οπωσδήποτε και στο «Spectre», μια σεναριακή γραμμή που η αρχοντική σκηνοθεσία της τέντωσε μέχρι την απώτατη δυνατή απόσταση από τον χάρτινο (βλέπε κομιξάδικο, υπερηρωικό) 007, θα αισθανθούν έντονη εδώ την απουσία της υψηλής εποπτείας Μέντες. Εκείνοι που τσίνησαν με την σκοτεινή αυτή ανάγνωση, θα βρεθούν εδώ σε ασφαλέστερα νερά.

Ο Μποντ αυτός είναι ιδιοσυγκρασιακά πιο αντιφατικός από ποτέ. Κι ο λόγος, στο χαρτί, είναι απλός. Πρέπει να παντρέψει μια διαδρομή 7 δεκαετιών, με ένα σεναριακό νήμα (και έναν σφραγιστικό πρωταγωνιστή) που άρχισε το 2006 με το «Casino Royale» και σαν ένα «σύμπαν 007» πρέπει εκ των πραγμάτων να λήξει εδώ. Οι δύο αυτές διαστάσεις μοιάζουν μόνο στον συναισθηματισμό τους. Όμως της πρώτης είναι ένας νοσταλγικός μεν, αλλά ελαφρύς συναισθηματισμός. Λίγο ρομαντικά, λίγο συνωμοτικά (ξέρω σε ποια ταινία αναφέρεσαι ανά πάσα στιγμή), λίγο σαν αυτό που έχουμε χιλιοπεί σαν «κλείσιμο του ματιού». Ο δεύτερος είναι παντελώς διαφορετικός διότι πάει να φέρει μια…τρίτη διάσταση στην υπόθεση. Αυτήν που ξεκολλά τα πρόσωπα της μυθολογίας του 007 από την χάρτινη, κόμικ υφή που είχαν αποκτήσει μέχρι και τον Πιρς Μπρόσναν και τα μετατρέπει σε πραγματικούς ανθρώπους, των οποίων οι πράξεις έχουν πραγματικές συνέπειες. (Καθόλου τυχαία η μυθολογία κάνει ένα πέρασμα σε ένα από τα στοιχεία του έργου – και βέβαια στα κατατοπιστικά ζενερίκ της αρχής).

Υπάρχουν θετικά που θα δικαιολογήσουν ένα μεγάλο ρεύμα συγκατάνευσης από τους όψιμους θαυμαστές της σειράς

Ως εκ τούτου το πρόβλημα που πρέπει να λύσει αυτός ο Μποντ, σεναριακά και εν τέλει τονικά, είναι πώς θα μπορέσει να χειριστεί αυτή την μακάβρια πλεκτάνη που έστησαν οι δύο πρώτες ταινίες του Κρεγκ και εκτόξευσε το «Skyfall» φέρνοντας το παρελθόν, την Ιστορία, την Πατρίδα και τον θάνατο της «θετής» μητέρας του 007 στην συνταγή. Αυτά, μαζί με την ρομαντική ιστορία, που «απειλεί» την κατ΄εξοχήν χάρτινη διάσταση του πράκτορα (ο straight πανσεξουαλισμός και η μη δέσμευση ως δείκτες απουσίας συναισθήματος), τροποποιούν σαν μετάλλαξη το DNA του 007. Καθόλου τυχαία ξανά, το DNA κοσμεί και πάλι τίτλους αρχής και στόρι του έργου.

Το «Νο Time to Die» έχει δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Ο λόγος που επιβιώνει είναι η ανειλημμένη του απόφαση να δοκιμαστεί αφηγηματικά γνωρίζοντας ότι στο φινάλε θα πετάξει το ένα μακριά ενδίδοντας ατρόμητα στην «λογική ταινίας» που νομοτελειακά οδηγούν αποφάσεις της εποχής Κρεγκ. Το ερώτημα που μένει, σε μια κριτική υποχρεωμένη να σεβαστεί τα μυστικά της ταινίας (υπάρχει ένα τελείως διαφορετικό κείμενο όταν πια θα το έχουμε δει όλοι), είναι αν αυτή η δοκιμή πέτυχε.

Η απάντηση είναι, αναλογικά με τις συνθήκες, θετική. Παρά τις σοβαρές ενστάσεις που θα προηγηθούν. Βλέπεις, ο Φουκουνάγκα δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση ο σκηνοθέτης που είναι ο Μέντες. Δεν έχει ούτε την περιεκτική σύλληψη (απούσης και της οπτικής συνδρομής του Ρότζερ Ντίκινς), ούτε το εμπνευσμένο πλάνο, ούτε την αρχοντιά στις ραφές. Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά; Ότι λείπει η πνοή γύρω από το ακριβές στήσιμο μιας σκηνής. Παράδειγμα; Θυμάστε την πρώτη εμφάνιση του Μπαρδέμ στο «Skyfall» καθώς πλησιάζει την κάμερα. Θυμάστε και την πρώτη εμφάνιση του Μπλόφελντ στο «Spectre». Εδώ θα καταλάβετε την μίμηση στην πρώτη εμφάνιση του Μπλόφελντ στον Μποντ και θα καταλάβετε την απουσία ουσιώδους villain στην πρώτη εμφάνιση του Σάφιν (Μάλεκ, αναξιοποίητος) με την Μάντλεν. Δεν είναι θέμα ερμηνειών, είναι όλοι τους εξαιρετικοί, ούτε θέμα αυστηρά σεναριακής αδυναμίας – αντίθετα ο villain εδώ είναι μείζονος σεναριακής υποστήριξης. Είναι θέμα έμπνευσης, ατάκας, ήχου, οπτικής γωνίας, σκηνογραφικής κάλυψης, δραματικής σύνδεσης. Δυστυχώς (κι ευτυχώς) η no spoiler λογική του κειμένου δεν επιτρέπει περισσότερα επί αυτού.

...το έργο λειτουργεί για παραπάνω από την μισή του διάρκεια σαν ένας κήπος γήινων παραδοσιακών μποντικών απολαύσεων

Η άλλη μεγάλη ένσταση είναι καθαυτά σεναριακή και συνδέεται με την ανισότητα μεταξύ των μερών, την διεκπεραιωτική ευκολία στην επίλυση κάποιων γρίφων, μια «ραμποειδή» λογική που είχαμε να δούμε από τις πλέον αδύναμες μέρες του Μπρόσναν και, κυρίως, το ότι η ταινία μοντάρεται με μια λογική επίσπευσης του φινάλε, σαν οι επιμέρους σκηνές να μην είναι τίποτε άλλο παρά εργαλεία. Δικαιολογημένο, όπως θα καταλάβετε, αλλά καταστρατηγεί την αισθησιακή πλευρά της σειράς, εκείνη δηλαδή που χρειάζεται σκηνές ανθολογίας. Φυσικά, και εδώ, ο πήχης Μέντες, που είχε σκηνές ανθολογίας στην οπτική εντύπωση και ταυτόχρονα στην δραματουργία, είναι πολύ-πολύ ψηλά.

Τέλος, τα καλά. Θα έπρεπε να υπάρχουν και αυτά, διότι θα δικαιολογήσουν ένα μεγάλο ρεύμα συγκατάνευσης από τους όψιμους θαυμαστές της σειράς. Διότι μπορεί ο Μέντες να είπαμε που είναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βλέπεις…Marvel θόρυβο και σκηνούλες της σειράς. Όπως ο –φονικός- κήπος της ταινίας, έτσι και το ίδιο το έργο λειτουργεί για παραπάνω από την μισή του διάρκεια σαν ένας κήπος γήινων μποντικών απολαύσεων.

...πάνω απ’ όλα, η φοβερά στέρεη, ώριμη, χαμηλότονη, λεπτομερής ερμηνεία του Κρεγκ, συντείνουν στην κλασική αίσθηση

Τουτέστιν, οι αναφορές στην ιστορία των 60 χρόνων είναι διαρκείς: Μεταξύ πολλών άλλων, ξεκινάς με «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές» και καταλήγεις με «Η Κατάσκοπος Που Μ’ Αγάπησε» στην ίδια σκηνή, ακούς (δις, στοιχειωτικά) «Στην Υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος» και εκρήγνυσαι στο «Για Τα Μάτια σου Μόνο», θυμάσαι το «Living Daylights» (!), καταφθάνεις αναπόφευκτα στο «Δρ. Νο» και βέβαια γυρνάς διαρκώς στην προγενέστερη τετραλογία Κρεγκ. Υπάρχει ακόμα και σκηνή με πορτρέτο του Ρόμπερτ Μπράουν, που θήτευσε ως Μ ένα φεγγάρι, σε εποχές Μουρ και Ντάλτον! Αν υπήρχε ο χρόνος και η φιλοσοφία κατασκευής, ο τόνος θα μπορούσε να εκκινήσει από την λογική του μαυσωλείου αναμνήσεων και να γίνει (κάτι σαν) το μεγάλο, πολυδιάστατο έργο για τον Θάνατο και τις Αναστάσεις (και ενός Μύθου) που ήταν (και προφήτευε) το «Spectre».

Εκτός από την απόλαυση των αυτοαναφορών και την ευγενική διαχείριση της πολιτικής ορθότητας που επικαιροποιεί κομψά το έργο, υπάρχει ένα διάχυτος κλασικισμός, ολόκληρος στα υπέρ της γνωστικής σκηνοθεσίας. Ο κοσμοπολιτισμός, οι αναφορές, το είδος της δράσης και, πάνω απ’ όλα, η φοβερά στέρεη, ώριμη, χαμηλότονη, λεπτομερής ερμηνεία του Κρεγκ, συντείνουν στην κλασική αίσθηση. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στην μακρά ιστορία του franchise ήταν ο μόνος που επέβαλε έναν ριζικά διαφορετικό Μποντ, έναν κανονικό κινηματογραφικό χαρακτήρα, και επέδρασε καταλυτικά στη νοοτροπία όλης της παραγωγής. Του αρμόζει τιμή για ένα βάρος που όχι απλά σήκωσε όπως όλοι οι προκάτοχοι, αλλά το μετέτρεψε σε καλλιτεχνικό ζητούμενο.

Για το ποια θα είναι η θέση του έργου στην ιστορία της σειράς είναι πολύ νωρίς να πει κανείς – και ίσως δεν έχει πλέον και ιδιαίτερη βαρύτητα στον mainstream κινηματογραφικό κόσμο των υπερηρώων. Από την άλλη εκείνο που δεν είναι και τόσο δύσκολο να πεις είναι ότι θα είναι…«No Time To Die» για τους όψιμους θαυμαστές της τελευταίας 15ετίας και κάτι λιγότερο ελπιδοφόρο για τους αριθμητικά φθίνοντες ιστορικούς λάτρεις του φαινομένου 007.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • No Time to Die
  • No Time to Die