Ανασκόπηση 2020: Οι ταινίες της καραντίνας ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:56
30/12

Ανασκόπηση 2020: Οι ταινίες της καραντίνας

Το 2020 ήταν μία χρονιά ανατροπών. Γι' αυτό το λόγο αποφασίσαμε πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να «θυσιάσουμε» μερικά από τα αναμενόμενα, παραδοσιακά θέματα ανασκοπήσεων της χρονιάς (αφίσες, ατάκες, σκηνές κ.α.) για κάτι πιο προσωπικό. Πώς μας βοήθησε το σινεμά να παλέψουμε τις δυο καραντίνες; Aπάντηση και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις, ακολουθούν.

Από το cinemagazine.gr

Σκέφτομαι και γράφω: Πώς σταμάτησα να ανησυχώ και «την έβγαλα καθαρή» στην καραντίνα 

Απλά τα πράγματα. Ολόκληρη την καραντίνα την πέρασα βυθισμένος στο σινεμά περασμένων δεκαετιών. Ώρες ατέλειωτες, σερί ολονυχτίες. Ήταν η ημερήσια δόση από κάτι που προφανώς είχα τρομερή ανάγκη, η παρηγοριά μου και η μεγαλύτερη ηδονή μου. Ήταν η απαραίτητη αποκοπή μου από την πραγματικότητα και η τόνωση στο χαμηλό ηθικό που μου είχε αφήσει η κινηματογραφική επικαιρότητα των τελευταίων ετών. 

Είδα έναν πολύ μεγάλο αριθμό ταινιών από το ‘30, το ΄40 και το ΄50 κυρίως. Κάποια στιγμή, μάλιστα, σκέφτηκα να γράψω και κάτι σχετικά, «αλλά μετά ποιος νοιάζεται να διαβάσει για κάτι τόσο προσωπικό ή τόσο παλιό;», είπα από μέσα μου και προσπέρασα. Για τις ανάγκες αυτού εδώ του κειμένου, πάντως, προτιμώ να μην ανοίξω κουβέντα για το σινεμά του παρελθόντος, γιατί θα κάνω κατάχρηση σε περιγραφές υπερθετικού βαθμού και γιατί δεν θα ξέρω πού να βάλω τελεία. Οπότε θα επιλέξω δύο πιο πρόσφατες χρονικά ταινίες που έτυχε να δω την περίοδο της καραντίνας.

Με την πρώτη ταινία εκπληρώθηκε μια μακροχρόνια επιθυμία μου. Όχι για να τη δω, αλλά για να τη δω όπως πρέπει, καθώς είχα ανακαλύψει δυστυχώς το ισπανικής καταγωγής (και χρονολογίας 1979) «Arrebato» («Έκσταση») παλιότερα, σε μια πολύ μέτρια κόπια. Φέτος, όχι μόνο είχα την τύχη να το παρακολουθήσω επιτέλους σε καλή ποιότητα, αλλά και την απίστευτη ευχαρίστηση να το παρακολουθήσω τον Σεπτέμβρη και σε μεγάλη οθόνη, σε γεμάτη αίθουσα, στη μία από τις δυο προβολές που του επιφύλαξε το 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας. Ήταν η πρώτη προβολή της ταινίας στην Ελλάδα και για να μη σας κουράζω άλλο από εδώ, υπάρχει αυτό το κείμενο σχετικά με το «καταραμένο φιλμ» του Ιβάν Θουλουέτα, στο οποίο εξηγώ αναλυτικά γιατί μου αρέσει τόσο.

Πάμε παρακάτω, για να παίρνει σειρά κι ο υπόλοιπος κόσμος που θέλει να γράψει. Είμαι παιδί των 80s (ήθελα να είμαι των 70s, αλλά όσο τα πέτυχα δεν πολυκαταλάβαινα και τι μου γινόταν). Μεγάλωσα βλέποντας αχόρταγα ταινίες στο σινεμά και στην οικογενειακή συσκευή βίντεο, σε σημείο που κάποια στιγμή πίστεψα πως οτιδήποτε σημαντικό έπρεπε, το είχα δει. Με τη δεύτερη ταινία που θα σας αναφέρω, όμως, κατάλαβα ότι ευτυχώς δεν είχα δει τα πάντα.

Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τις ταινίες του Τζον Χιούζ, ποτέ δεν διασκέδαζα με τις νεανικές σεξοκωμωδίες της εποχής και όσα λιγότερα μπορώ να πω για υποτιθέμενα classics όπως το υπερεκτιμημένο «Fast Times at Ridgemont High» και το ασυμμάζευτο «Little Foxes», τόσο το καλύτερο. Μέχρι πρότινος η μόνη αγαπημένη μου νεανική ταινία εκείνης της δεκαετίας (και μια από τις καλύτερές της γενικώς) ήταν το «Risky Business» του Πολ Μπρίκμαν.

Αυτά μέχρι το βράδυ που είδα το «Smooth Talk» (1985). Ελάχιστοι το τίμησαν όταν βγήκε στις αμερικανικές αίθουσες και έκτοτε κανείς δεν έπλεξε το εγκώμιό του. Εκτός όμως του ότι αποτελεί τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο της πολύ αγαπημένης μου Λόρα Ντερν, εκτός του ότι τη μητέρα της υποδύεται υπέροχα η Μέρι Κέι Πλέις (τη θυμάστε πιθανόν από τη «Μεγάλη Ανατριχίλα»), κατά τη γνώμη μου η πιο υποτιμημένη ηθοποιός του μοντέρνου αμερικανικού σινεμά, εκτός του ότι τον στοργικό πατέρα υποδύεται ο Λίβον Χελμ του μουσικού συγκροτήματος των Band και η πλοκή βασίζεται σε ένα στοιχειωτικό διήγημα της Τζόις Κάρολ Όουτς, το θαυμάσιο ντεμπούτο της Τζόις Τσόπρα πετυχαίνει μια από τις λίγες φορές που το σινεμά συλλαμβάνει τόσο μοναδικά τι σημαίνει να βρίσκεσαι στο μυαλό και το σώμα μιας ανήσυχης 15χρονης, που μεγαλώνει σε μια ανώνυμη επαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμόνες της και την αυξανόμενη περιέργειά της για τα μυστήρια του άλλου φύλου.

Το «Smooth Talk» παρακολουθεί τη νεαρή Κόνι στη διάρκεια ενός καλοκαιριού όπου σχολείο δεν υπάρχει, η καθημερινότητα είναι μονότονη, το κλίμα στο σπίτι δεν σε σηκώνει, μόνη διασκέδαση είναι μια επίσκεψη στο πλησιέστερο εμπορικό κέντρο και οι βόλτες εκεί που συχνάζουν τα αγόρια αρχίζουν και πληθαίνουν. Όταν οι περίπατοι της νεαρής διασταυρωθούν μοιραία με ένα μεγαλύτερης ηλικίας και πραγματικά «κακό αγόρι» της περιοχής, η ταινία αλλάζει ύφος, ξεχνά την όποια ανεμελιά της και πραγματοποιεί ένα αιφνίδιο άλμα στο σχεδόν ονειρικό προκειμένου να περιγράψει με ελλείψεις κάτι που δύσκολα χωράει σε λέξεις, σε ένα τελικό ημίωρο που σε συνεπαίρνει την ίδια στιγμή που σου παγώνει το αίμα. 

Αυτό το παράξενο μα τόσο αυθεντικό μείγμα νεανικής πραγματικότητας, ξέχειλου αισθησιασμού, ρεαλιστικού κινδύνου, αλαφροίσκιωτης ματιάς και ειλικρινούς αναμέτρησης με ένα επίμαχο σε σημεία υλικό η Τζόις Τσόπρα το επιτυγχάνει σαν να είχε στις πλάτες της αμέτρητα χρόνια καριέρας και εμπειρίας. Η μεγάλη αποκάλυψη του φιλμ είναι, ωστόσο, η Λόρα Ντερν. Μαγνητική στον τόσο δύσκολο ρόλο της, ακόμα δυσκολότερο αν σκεφτεί κανείς το νεαρό της ηλικίας της τότε (ήταν 16 ετών), η Ντερν περιφέρει στο φιλμ μια αναγεννησιακή ομορφιά και μια αθωότητα που βιάζονται να ξοδευτούν και των οποίων το θέαμα, προσωπικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Μετά από την παρακολούθηση μιας τέτοιας ταινίας, άντε να αντιμετωπίσει κανείς με σοβαρό μάτι την «Κουκλίτσα με τα Ροζ» και όλα τα συναφή και τα παράγωγα του νεανικού σινεμά της δεκαετίας του ‘‘80. Γιατί μπορεί το «Smooth Talk» να μοιάζει ελάχιστα στις δημιουργίες των 30s, 40s, 50s με τις οποίες πέρασα τις περισσότερες νύχτες της καραντίνας, όμως δεν πειράζει. Υπάρχουν τόσες ανεξερεύνητες ταινίες εκεί έξω που περιμένουν να τις ανακαλύψεις. Και δεν χρειάζεται όλες να είναι από το μακρινό παρελθόν. Λουκάς Κατσίκας

Με αφορμή το Black Lives Matter

Νομίζω ήταν πριν από δύο χρόνια όταν διάβασα ένα άρθρο για μια συλλογή του BFI με ταινίες από αφροαμερικανούς σκηνοθέτες από τις δεκαετίες του ‘20, του ‘30 και του ‘40. Περισσότερο από το περιεχόμενο, μου κέντρισε το ενδιαφέρον η παρουσίαση του αρθρογράφου, που μιλούσε για ένα είδος παράλληλης ιστορίας κινηματογράφου. Οι ταινίες αυτές γυρίστηκαν από αφροαμερικανούς για αφροαμερικανούς που είτε, σε συγκεκριμένες πολιτείες του Νότου, απαγορεύονταν να μπουν στις ίδιες αίθουσες με τους λευκούς, είτε όταν το κατάφερναν, έβλεπαν ιστορίες που δεν τους αφορούσαν. Έτσι, είχε στηθεί ένα μικρό σύστημα διανομής που άκμασε χωρίς να μπει στο ραντάρ ακόμη και των ιστορικών του κινηματογράφου τα επόμενα χρόνια. 

Τα ντοκιμαντέρ που βρίσκονταν στη συλλογή πέρασαν και από το Netflix κάποια στιγμή, θαμμένα πίσω από τόνους σαβούρας, ενώ πολλές από τις ταινίες βρίσκονται εύκολα σήμερα στο YouTube. Το θέμα δεν είναι όμως οι ίδιες οι ταινίες και οι απλοϊκές συνήθως ιστορίες τους που για να τις δει κάποιος ολόκληρες πρέπει να έχει το μικρόβιο του ιστοριοδίφη. Είναι η εύρεση της ρίζας αυτού που αποκαλούμε αφροαμερικανικό σίνεμα, για το οποίο οι αναφορές τόσα χρόνια ξεκινούσαν από το  «Do the Right Thing» του Σπάικ Λι ή το «Boyz n the Hood» του Τζον Σίνγκλετον για να ακολουθήσει η έκρηξη των’90s. Το κενό ανάμεσα στα race films, όπως τελικά ονομάστηκαν, της ανωτέρω συλλογής ως την έκρηξη, συμπληρώθηκε από τολμηρούς καλλιτέχνες που προσπάθησαν στις ενδιάμεσες δεκαετίες να υπενθυμίσουν πως υπάρχει ένα τεράστιο σε αριθμό κοινό που δεν εκπροσωπείται όπως έπρεπε στη μεγάλη. Πέρα από το blaxploitation, που πέρασε εύκολα τα όρια της μαύρης κοινότητας, μια σειρά ταινιών αναφέρθηκε σε δεκάδες αφιερώματα και λίστες που εμφανίστηκαν στα media με αφορμή το Black Lives Matter που ξαναβγήκε στην επιφάνεια μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ στο τέλος Μαΐου. Και το καλό με τις λίστες είναι πως ανατρέχεις σε αυτές όποτε θέλεις.

Στη δεύτερη καραντίνα θυμήθηκα ή ανακάλυψα αρκετές από αυτές, από τις πρώτες του Τσαρλς Μπερνέτ όπως ο «Σφαγέας των Προβάτων» και ο «Γάμος του Αδερφού μου», το «Ashes and Embers» του Χάιλε Γκερίμα ή τα φιλμ του Μέλβιν Βαν Πιμπλς όπως το «The Story of a Three-Day Pass» και το μνημειώδες «Sweet Sweetback's Baadasssss Song». Ακόμη καλύτερες ήταν οι απόπειρες των αφροαμερικανίδων γυναικών, πολύ μακριά από την ταινία καταγγελίας, με χειροποίητα διαμάντια όπως το «Losing Ground» της Κάθλιν Κόλινς και το «Daughters of the Dust» της Τζούλι Ντας ως το απολαυστικό, offbeat «Watermelon Woman» της Σέριλ Ντάνι που ένωσε για πρώτη φορά το μαύρο με το lgbtq cinema και επέστρεφε κάπως συνειρμικά στις πρώτες ταινίες της δεκαετίας του ‘30 που αναφέρθηκαν παραπάνω. Τάσος Μελεμενίδης

«Η Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill, 1983) του Λόρενς Κάσνταν και της πρώτης καραντίνας

Αρχές Απριλίου 2020, μία ιδιόμορφη κινηματογραφική άσκηση στο μοντάζ και στην υποκριτική στάθηκε αφορμή για να πατήσω ξανά play σε μία ταινία που επιστρέφει ούτως ή άλλως στο μυαλό μου συχνά. Ίσως γιατί μεγαλώνω. Σίγουρα γιατί είναι σπουδαία. Άλλωστε, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» του Λόρενς Κάσνταν έμοιαζε να περιγράφει καίρια στον τίτλο της το οικουμενικό μούδιασμα που είχαμε εκείνη την περίοδο, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη της πανδημίας.

Ένα σαββατοκύριακο επτά πρώην συμφοιτητές θα συναντηθούν ξανά για ένα reunion σε εξοχικό σπίτι. Πένθιμη αφορμή, η κηδεία ενός κοινού φίλου από το κολλέγιο. Τις επόμενες μέρες, ο «χαμένος χρόνος» και όλα όσα εγγίζει (σχέσεις, ευκαιρίες, όνειρα) θα φιλτράρει τις λέξεις και τις πράξεις της παρέας. 

Στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, σε μία εκούσια, παρεΐστικη «καραντίνα» του διήμερου, ο Κάσνταν χωράει σε διαλόγους, βλέμματα, κινήσεις την πίκρα του σφάλματος, την απώλεια της αθωότητας, τον πόθο του έρωτα, το χιούμορ της ανεμελιάς, το ανεκπλήρωτο του χρόνου. Ζωτικό στοιχείο της ταινίας, μία γενναιόδωρη ομάδα ταλαντούχων και μερικώς άγνωστων ηθοποιών (εξαίρεση ίσως ο Γουίλιαμ Χαρτ) που υπηρετεί με φρεσκάδα και φιλαλήθεια το σενάριο. Στα 105 λεπτά της ταινίας οι Γκλεν Κλόουζ, Κέβιν Κλάιν, Γουίλιαμ Χαρτ, Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Μέρι Κέι Πλέις, Τομ Μπέρεντζερ και Μεγκ Τίλι μεγαλώνουν σταδιακά την «Ανατριχίλα» γιατί σε υποδέχονται ως κοινωνό στο σαλόνι των εξομολογήσεών τους, καταργούν την μοναξιά και παρέχουν στο φινάλε ένα αντίδωρο αγάπης. Και κάπως έτσι, μία ταινία του 1983 γίνεται η επίκαιρη αντανάκλαση μιας «εσώκλειστης» συγκυρίας, που παραμένει όμως ελπιδοφόρα. Γιατί ακόμα κι όταν το «έξω» περιορίζεται, το «μέσα» του σινεμά αποτελεί έναν διαχρονικό, ευπροσήγορο επισκέπτη. Πάνος Γκένας

«S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, 1964) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ

Όχι πως στο σινεμά του Κιούμπρικ δεν φωλιάζει με ποικιλοτρόπως το στοιχείο της απομόνωσης. Ο εγκλεισμός της οικογένειας Τόρανς στο ξενοδοχείο Όβερλουκ αποτελεί τυπικό παράδειγμα, η συναισθηματική/υπαρξιακή απομόνωση του γιατρού στο «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» ένα άλλο, μεταφορικού χαρακτήρα. Όμως δεδομένα έχει άλλη χάρη να ξαναδείς το «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» υπό καθεστώς καραντίνας. Πρώτα απ’ όλα γιατί μιλάμε για μια ταινία με όλους τους χαρακτήρες βουτηγμένους στην καραντίνα. Αμφότερες οι πλευρές στη σκακιέρα αυτής της σπουδαίας μαύρης κωμωδίας, που εντοπίζει το γελοίο και το τραγικό της ψυχροπολεμικής αντιπαλότητας, είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες. Και εντός αυτού του αποκλεισμού, αρκεί ένας τρελάρας στρατηγός για να αποδείξει πως οι τέλειοι αυτοματισμοί της (πολεμικής εδώ) κλιμάκωσης ισοδυναμούν με τίποτε λιγότερο από την τέλεια καταστροφή. 

Μιλώντας για τελειότητα, έχεις και αυτόν τον αχαλίνωτο Πίτερ Σέλερς σε ακόμα μία τριπλέτα ρόλων μετά το «Ποντίκι που Βρυχάται», να τριχοτομείται εκ νέου εδώ υποδυόμενος έναν Αμερικανό Πρόεδρο υποχείριο των πολεμοχαρών «γερακιών» του, έναν διστακτικό Βρετανό Σμηναγό που πασχίζει να αποτρέψει το πυρηνικό ολοκαύτωμα με μια στάση πολύ φλεγματική για ό,τι οι συνθήκες απαιτούν και βεβαίως τον Dr. Strangelove, που θέλει τόσο να κρύψει το ναζιστικό του παρελθόν αλλά η αυτονομίστρια δεξιά χείρα του δεν τον αφήνει. Νεκτάριος Σάκκας

«Γυναίκα της Διαφθοράς» (The Locket, 1946) του Τζον Μπραμ 

Είναι κάτι φορές, ούτε ελάχιστες, ούτε όμως και αρκετές, που κάποια έργα μοιάζουν με θαμμένους θησαυρούς, με λουλούδια της ερήμου. Υπάρχουν, δεν βρίσκεται όμως κανείς να τα εκτιμήσει. Οπωσδήποτε, η ταινία του Τζον Μπραμ, αυτού του γιγάντιου στιλίστα που κανείς δεν θυμάται πια, δεν απευθύνεται στο είδος της ποιητικής ομορφιάς ενός άνθους. Σίγουρα όμως αποτελεί θησαυρό του κινηματογράφου, αναντίρρητης ιστορικής αξίας και ατέρμονης παρακολουθητικής απόλαυσης. Που, σ’ αυτόν τον θεατή τουλάχιστον, προκάλεσε κανονικότατες ιαχές και γηπεδικούς πανηγυρισμούς. 

Ο λόγος; Η αφήγηση. Αυτό που επιχειρεί το σενάριο του Σέρινταν Γκίμπνεϊ, αλλά πρωτίστως η σκηνοθεσία του Τζον Μπραμ, είναι κάτι πρωτόφαντο, κάτι τόσο αριστοτεχνικό που ενώ εξελίσσεται ευτυχείς. Πέντε χρόνια μετά τον «Πολίτη Κέιν» (που με τα φλας μπακ του είχε το κοινό του να πιστεύει ότι έχουν μπερδευτεί οι μπομπίνες!) και σχεδόν 65 πριν από το συγγενικής λογικής «Inception», τούτο εδώ ξεκινά από την βασική του εξιστόρηση και βυθίζεται στο αχανές τεσσάρων (!!) αφηγήσεων μέσα στην αφήγηση. Χωρίς τυμπανοκρουσία, χωρίς «θόρυβο πλοκής» και επεμβάσεις του δυσνόητου. Ένα μνημειώδες επίτευγμα, υπερτονιζόμενο από την διαύγεια, το κρυστάλλινο γράψιμο και την σκηνοθετική σεμνότητα που θέτει την υπογραφή στην απόλυτη υπηρεσία της ιστορίας. Ηλίας Δημόπουλος

«Χίλιες και Μία Νύχτες» («Il Fiore delle Mille e Una Notte», 1974) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Ο τελευταίος και σαφώς πιο φιλόδοξος σταθμός της «Τριλογίας της Ζωής» (είχαν προηγηθεί τα «Δεκαήμερο» και «Ιστορίες του Καντέρμπερι») βρίσκει τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι να ταξιδεύει από την Υεμένη μέχρι την Αιθιοπία και από το Ιράν μέχρι το Νεπάλ, αναζητώντας εκεί το εξωτικό σκηνικό όπου έμελλε να αποτυπωθεί μια εξόχως προσωπική ανάγνωση πάνω στην περίφημη αραβική ανθολογία των «Χιλίων και Μιας Νυχτών». Σε μια διασκευή η οποία αδιαφορεί χαρακτηριστικά για κάθε ωραιοποιημένη -παραμυθένιου τύπου-  αφήγηση και επικεντρώνεται στις αμιγώς ερωτικές ιστορίες της συλλογής, ο Παζολίνι με επίκεντρο την αγωνιώδη προσπάθεια ενός νεαρού άνδρα να επανασυνδεθεί με την αγαπημένη του, χρησιμοποιεί εκτενή φλάσμπακ για να φιλοτεχνήσει έναν καμβά όπου οι λαϊκές δεισιδαιμονίες, η μαγεία, τα σύμβολα και η ερωτική επιθυμία τυλίγονται φιλήδονα σε μια προκλητική για τις αισθήσεις, εξερεύνηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. 

Σε επίπεδο εικόνας τα διάσημα συμμετρικά πλάνα, με τους χαρακτήρες ακριβώς στο κέντρο του κάδρου να κοιτάζουν το φακό θα αποτελέσουν σήμα καταταθέν του Ιταλού δημιουργού αλλά και πεδίο έμπνευσης για σκηνοθέτες όπως ο Γουές Άντερσον, τα φαντασμαγορικά set και τα πανέμορφα κοστούμια θα χαρίσουν συναρπαστικές αποχρώσεις στην παλέτα του φιλμ ενώ στον ήχο δεσπόζει το υπέροχο σάουντρακ του τεράστιου μαέστρου, Ένιο Μορικόνε. 

Οι «Νύχτες» του Παζολίνι δεν ζητούν από τον θεατή να τις αποκωδικοποιήσει αλλά να αφεθεί στη σαγήνη τους και να τις βιώσει με μια αβεβαιότητα εφάμιλλη αυτής ενός ονείρου, σχεδόν με την «αίσθηση πως είναι αιχμάλωτος του αδιανόητου». Γιατί όπως φροντίζει να μας υπενθυμίσει ο δημιουργός από τους τίτλους αρχής: «Η αλήθεια δεν βρίσκεται σε ένα όνειρο, αλλά σε πολλά όνειρα». Κωστής Θεοδοσόπουλος

«Bamboozled» (2000) του Σπάικ Λι

Το «Bamboozled» είχε προβληθεί στη συνδρομητική τηλεόραση το 2001-02. Δεδομένης της τεχνολογίας των συσκευών μιας εποχής που το default ήταν οι 21 ίντσες, μπορεί κανείς να φανταστεί τον οπτικοακουστικό Γολγοθά μιας ταινίας γυρισμένης κατά βάση σε mini-DV. Ήμουν αποφασισμένος να τον διανύσω όμως κι αυτό χάρη στο «Καλοκαίρι του Σαμ» που έπαιζε επίσης στο rotation της NOVA. 

Όσοι το έχουν δει, γνωρίζουν πως το «Bamboozled» δεν βοηθάει, πόσο μάλλον έναν 17χρονο που δεν ξέρει ακόμα πως σπάνε τα κριτσίνια. Ό,τι μου έμεινε απ' την προβολή ήταν η βουβή αίσθηση της κουζίνας των γονιών μου, ένα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που ο Σέιβιον Γκλόβερ φορούσε το μέικ-απ του και ένα κατιτίς στο υποσυνείδητο πως αυτό που είχα δει με ξεπερνούσε με κάθε δυνατό τρόπο. 

Η πρώτη καραντίνα του 2020 στάθηκε καλή αφορμή για να συγχρονιστούμε με τις home video βιβλιοθήκες, της Criterion συμπεριλαμβανομένης βεβαίως βεβαίως. To Μάρτιο η εταιρεία κυκλοφορεί το «Bamboozled» αποκατεστημένο, με καθαρισμένο ήχο και εικόνα ικανή να απλώσει σε μια κανονική προβολή. Καταλαβαίνω πλέον πως η ταινία ξεπερνούσε κι όλους όσους δοκίμασαν να μιλήσουν γι' αυτήν στην εποχή της. Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε και να χρησιμοποιούμε τον χαρακτηρισμό «προφητικό» με μεγαλύτερη ελαφρότητα απ' όση του αρμόζει. Το συνειδητοποιείς όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα αληθινά προφητικό φιλμ, που μπορεί να μη μεγαλώσατε μαζί, αλλά σας μεγάλωσε η ίδια πραγματικότητα. 

Ήδη από το προηγούμενο millenium ο σκηνοθέτης έγραφε για τις στρεβλώσεις που επέφερε η ενσωμάτωση της αφροαμερικανικης κουλτούρας σε πνευματικά προϊόντα προοριζόμενα για μαζική κατανάλωση. Υπάρχουν περιστατικά στο σενάριο της μετα-σάτιρας του Σπάικ Λι που έπαιξαν αυτούσια ως ειδήσεις στις στήλες μουσικών περιοδικών. Fast forward 20 χρόνια και χιλιάδες memes/viral βιντεάκια αργότερα, στη σύγχρονη  «μαύρη» κωμωδία και την κατά συρροή απόσυρση ταινιών και σειρών λόγω ρατσιστικού περιεχομένου (που τις περισσότερες φορές αφορούσε στη χρήση blackface και στερεοτυπικές αναπαραστάσεις).

Μέσα στο κατάλληλο πλαίσιο το «Bamboozled» μετατρέπεται σε έργο βαρυσήμαντο. Ξεπερνάει το επίπεδο που το θέλει ένα πικρό σχόλιο για τη βιομηχανία του θεάματος και γίνεται μια ιλαροτραγωδία για την παραποίηση της ταυτότητας ενός ολόκληρου έθνους. Τώρα που αυτό το πλαίσιο ήρθε με άκομψο τρόπο στο προσκήνιο, αναδεικνύεται επίσης ως διαχρονικό. Άλλωστε, αν και καλλιτεχνικά είναι εμφανώς προϊόν της εποχής του, παραμένει ριζωμένο στο «μαύρο» DNA και ορισμένες άβολες αλήθειες από την ιστορία του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Θοδωρής Καραμανώλης

«Η Συνομιλία» (The Conversation, 1974) του Φράνσις Φορντ Κόπολα

 Η καραντίνα έδωσε τον χρόνο και τις κατάλληλες συνθήκες για να επισκεφτούμε (και) ταινίες που συνθέτουν τον κανόνα, που είναι conditio sine qua non για την ιστορία του μέσου. Μια από αυτές και η «Συνομιλία», που ο Κόπολα φημισμένα στρίμωξε ανάμεσα στους δύο «Νονούς», με ήρωα ιδιωτικό ντετέκτιβ ειδικό στις ηχητικές υποκλοπές που αποκτά κρίση συνείδησης. Χρωστάει, ασφαλώς, αρκετά στο «Blow Up» του Αντονιόνι, αν όμως εκείνο  είναι μια ταινία για μια διαρκώς διαφεύγουσα αλήθεια, η «Συνομιλία» είναι μιλά για έναν διαρκώς διαφεύγοντα έλεγχο. Τον έλεγχο των πραγμάτων που νομίζει ότι έχει ο ήρωας λόγω της απόστασης που παίρνει από αυτά, τις προσπάθειες του να τον αποκτήσει μέσω της εμπλοκής του, όταν διαπιστώνει την ουσιαστική απουσία του, και τη διαφαινόμενη ολοκληρωτική του ήττα, που θα έρθει σε ένα υποβλητικό, σχεδόν υπερβατικό τελευταίο εικοσάλεπτο. Το ιδιοφυές τελευταίο πλάνο τον βρίσκει ισοπεδωμένο, εγκλωβισμένο σε μια προσωπική, υπαρξιστική κόλαση, με εκείνον που «παρακολουθεί» να είναι, ενδεχομένως, Εκείνος τον οποίο φοβάται περισσότερο.

Ακόμα ένα ηχητικό θαύμα από τον Γουόλτερ Μερτς και αδιανόητη, κινηματογραφική (με κάππα κεφαλαίο) ερμηνεία από τον Τζιν Χάκμαν στον κόντρα ρόλο ενός εσωστρεφούς, αντικοινωνικού χαρακτήρα με δραματικά γοητευτικές αντιφάσεις. Ζει παρακολουθώντας τις συνομιλίες των άλλων, μα αδυνατεί να συνομιλήσει μαζί τους, βγάζει τα προς το ζην παραβιάζοντας και παρατηρώντας την ιδιωτική ζωή τους, μα συστέλλει τη δική του στο ελάχιστο δυνατό. Γιάννης Βασιλείου

«Η Κληρονόμος» (The Heiress, 1949) του Γουίλιαμ Γουάιλερ

Ολόπικρο αισθηματικό δράμα εποχής, γεννημένο από την πένα κοτζάμ Χένρι Τζέιμς, υποδειγματικά προσαρμοσμένο από τους θεατρικούς συγγραφείς που το έκαναν επιτυχία στο Μπρόντγουεϊ και μεταφερμένο στη μεγάλη οθόνη από τον τελειομανή μετρ Γουίλιαμ Γουάιλερ, «Η Κληρονόμος» παραμένει πολύτιμος λίθος ενός σινεμά κλασικού και αγέραστου μαζί που αξίζει να ανακαλυφθεί από όσους ατυχώς το αγνοούν. Αν όχι εν προκειμένω για χάρη της μεγάλης Ολίβια ντε Χάβιλαντ και μιας οσκαρικής ερμηνείας που διαγράφει ένα από τα πιο εντυπωσιακά τόξα πρωταγωνιστικού χαρακτήρα στην ιστορία του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, ή για τον μοναδικό τρόπο που ο Γουάιλερ γραπώνει συναισθηματικά τον θεατή στην πλοκή, τουλάχιστον για το αειθαλές φεμινιστικό υπόστρωμα της ιστορίας, η περίτεχνη αιχμηρότητα του οποίου είναι σε θέση να κάνει αρκετά σύγχρονα φιλμ ατζέντας να υποκλίνονται με σεβασμό μπροστά του. 

Μια καλοπροαίρετη κληρονόμος δίχως τις κοινωνικές χάρες και τα κάλλη που απαιτούν οι καιροί της (a.k.a. η πατριαρχία), με προεξοφλημένη την έλλειψη αποδοχής ενός πατέρα που την υποτιμά, βρίσκει επιτέλους στο πρόσωπο ενός φτωχού μορφονιού (Μοντγκόμερι Κλιφτ) την ελπίδα να αγαπηθεί. Όμως το μικρόβιο της αμφιβολίας για το αγαθό των προθέσεων του υποψήφιου γαμπρού τροφοδοτείται τοξικά από τον πρώτο, δίχως να εξολοθρεύεται από τον δεύτερο. Το αποτέλεσμα της δεινής σύγκρουσης ατσαλώνει την ηρωίδα η οποία στέλνει και τους δύο αδιάβαστους, δίνοντας μέσα από τη χειραφέτησή της απαντήσεις που ξεπερνούν τα στενά όρια της εκδίκησης. Όπως άλλωστε και η ίδια ξεκαθαρίζει, «μπορώ να είμαι πολύ σκληρή, έχω μάθει από τους καλύτερους». Νεκτάριος Σάκκας

«Εν Ψυχρώ» (In Cold Blood, 1967) του Ρίτσαρντ Μπρουκς 

Από ένα βιβλίο που άλλαξε τη ροή της αμερικανικής (κι όχι μόνο) λογοτεχνίας, μια ταινία που ταρακούνησε θυελλωδώς αντιλήψεις και πιστεύω του υπερατλαντικού γίγνεσθαι. Βασισμένη στο κείμενο του Τρούμαν Καπότε, και ενώ σεβόμενο απολύτως το γράμμα του, η σπουδαιότερη (αν και όχι η πλέον γνωστότερη) δουλειά του μεγάλου φιλελεύθερου Ρίτσαρντ Μπρουκς («Λυσσασμένη Γάτα», «Έλμερ Γκάντρι») εκτινάσσεται σε μια υποδόρια, αλλά ουδόλως ανεπαίσθητη, μοντέρνα σπουδή των σύγχρονων πραγμάτων, της κοινωνικής ιεραρχίας, της εκρηκτικής ταξικής έντασης, της μολυσμένης ηθικής, ακόμα, αν θες, και της κατάντιας του εκφυλισμού της έννοιας της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής. 

Πιο ανθρωποκεντρικά (και κατά τον υπογράφοντα πολύ βαρύτερα) από τους απολογισμούς νεότερων σκηνοθετών (όπως ο Μίκαελ Χάνεκε για παράδειγμα), ο Μπρουκς, με βάση την ιστορία του Καπότε, πιάνει το νήμα από τον ουσιώδη περίγυρο, στοχάζεται πάνω στον Χρόνο, διερωτάται (και αποφαίνεται) περί του Είναι και του Φαίνεσθαι, και καταφθάνει σε έναν συγκλονιστικό απολογισμό που περισσότερο κι από μεγάλο σινεμά αποτελεί καίριο παιδαγωγικό πόνημα για όλες τις εποχές. Ηλίας Δημόπουλος

«Suna no Utsuwa» (1974) του Γιοσιτάρο Νομούρα

Συμπληρώνοντας κενά σε συστοιχίες τίτλων και φιλμογραφίες που ο αριθμός τους δυστυχώς δεν είναι πεπερασμένος, έρχεσαι νομοτελειακά αντιμέτωπος με την ματαιότητα της ύπαρξης, γι' αυτό και μπορεί να καταλήξεις κουλουριασμένος να ξεκοκκαλίζεις τα αγαπημένα σου - όπως συνέβη εν μέσω πανδημίας με εμένα και τον Σεϊτζούν Σουζούκι. Χαζεύοντας ένα από τα τρισεκατομμύρια b-movies που γύρισε στη φάμπρικα των στούντιο Νικάτσου (για τους τύπους, το «Kagenaki koe»), έπεσα σε έναν από τους πιο διασκευασμένους Ιάπωνες συγγραφείς ιστοριών μυστηρίου. Ο Σέιτσο Ματσουμότο ευόδωσε να δει τα έργα του να μεταφέρονται συχνά πυκνά στην οθόνη. Κατ' ομολογία του ίδιου όμως καμία μεταφορά δεν έφτασε το «Suna no Utsuwa» (στα ελληνικά θα ήταν «Κάστρο από Άμμο») του Γιοσιτάρο Νομούρα. 

Το στυλ του σκηνοθέτη θυμίζει τους πιο γνωστούς από τους μεταπολεμικούς Γιαπωνέζους συναδέλφους του. Πρόκειται για μια πολύ προσεγμένη αισθητικά ταινία στην οποία θα βρει κανείς ψήγματα από το «Δολοφόνο του Τόκιο» και τον πρώιμο Ιμαμούρα, μέχρι τα χαμηλωμένα πλάνα του Μιζογκούτσι και τα επιδέξια ζουμ του Φουκασάκου. Η μη-γραμμική αφήγηση ξεδιπλώνεται σαν μια λεπτομερής αστυνομική έρευνα για φόνο, μόνο που σταδιακά παραδίδεται στις υποπλοκές της. Αυτή η παράμετρος της δίνει μια εξωτική ποιότητα - θα ήταν κρίμα να αναφέρει κανείς τη μετάλλαξη που συμβαίνει στο δεύτερο μισό, αλλά μιλάμε για μια αλλαγή ύφους που έχει καταστεί ταμπού στο δυτικό κινηματογράφο. 

Στην Άπω Ανατολή τα συναισθήματα μετράνε διαφορετικά. Οι καλλιτέχνες μπορούν και τα «παίζουν» σε διαφορετική ένταση γι' αυτό και πιάνουν ακρότατα εκτός του δικού μας φάσματος. Το «Suna no utsuwa» παίζει τη βαθιά συναισθηματική κορύφωσή του στη διαπασών και την πλαισιώνει με λυρικές εικόνες και μουσικές που δεν θα άλλαζε κάτι αν δεν υπήρχαν. Αλλά στην εποχή της πλατφόρμας και της υπερέκθεσης στην καλουπωμένη αφηγηματικότητα, ένα καλλιγραφημένο vintage μελόδραμα μοιάζει με γλυκιά ανάμνηση από έναν τρόπο σινεμά που έχει παρέλθει οριστικά. Έναν κινηματογράφο χωρίς κλίμακες που επιτρέπει στις ταινίες να γίνουν όσο όμορφες θελήσουν. Just for the sake of it. Θοδωρής Καραμανώλης

«Μόνο Αίμα» («Blood Simple», 1984) του Τζόελ Κοέν

Στην οθόνη παρακολουθούμε ακίνητα κάδρα από γυμνά και άψυχα τοπία στο Τέξας. Στην ηχητική μπάντα, μια αντρική φωνή με νότια προφορά αφηγείται: «Ο κόσμος είναι γεμάτος γκρινιάρηδες. Και είναι γεγονός ότι τίποτα δεν έρχεται με εγγύηση. Δεν με νοιάζει αν είσαι ο Πάπας της Ρώμης, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών ή ο Άντρας της Χρονιάς: κάτι μπορεί να πάει εντελώς στραβά. Έλα ξέρεις, γκρίνιαξε, πες τα προβλήματά σου στο γείτονα, ζήτα βοήθεια και κοίτα τον πως θα φύγει τρέχοντας. Στη Ρωσία το έχουν κανονίσει έτσι ώστε όλοι να συνεισφέρουν για όλους. Αυτή είναι η θεωρία, τέλος πάντων. Αλλά εγώ αν ξέρω κάτι, είναι το Τέξας. Εδώ, τα βγάζεις πέρα μόνος σου». 

Με ένα voice over γραμμένο στα μέτρα ενός αμοραλιστή λευκού ιδιωτικού ντετέκτιβ, οι αδελφοί Κοέν συστήνονται για πρώτη φορά στον κόσμο του σινεμά, κερνώντας σε ένα πρεζενερίκ διάρκειας δύο μόλις λεπτών το απόσταγμα μιας ολόκληρης ταινίας. Τι σημαίνει όμως «Blood Simple»; Είναι ο όρος που επινόησε ο Ντάσιελ Χάμετ στο μυθιστόρημα «Κόκκινος Θερισμός» για να περιγράψει εκείνη την τρομακτική και ζοφερή νοοτροπία των ανθρώπων μετά από μια παρατεταμένη βύθιση σε βίαιες καταστάσεις. Κάπως δηλαδή σαν τα τελευταία λόγια του Τσάρλι Μάρλοου, μια διαφορετική αντήχηση του κονραντικού: «Η φρίκη, η φρίκη». Στον «Κόκκινο Θερισμό» θα επιστρέψουν εξάλλου λίγα χρόνια αργότερα οι Κοέν, βασίζοντας ελαφρώς το σενάριο του «Miller’s Crossing» στις σελίδες του βιβλίου. 

Για το σύγχρονο σινεμά, όμως, «Blood Simple» σημαίνει το μανιφέστο που έθεσε τις αισθητικές και θεματικές βάσεις για μια συναρπαστική φιλμογραφία η οποία έμελλε μελλοντικά να ελιχθεί με χαρακτηριστική επιδεξιότητα ανάμεσα στις γκρίζες ζώνες καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο στις πτυχές του οποίου υφάνθηκαν σε άψογη συμμετρία οι pulp και horror αναφορές δίνοντας neo πνοή στο noir. Και φυσικά σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση της σπουδαίας Φράνσις ΜακΝτόρμαντ στη μεγάλη οθόνη καθώς και την απαρχή μιας ανθηρής συνεργασίας με τον Κάρτερ Μπέργουελ, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους συνθέτες μουσικής για τον κινηματογράφο. Κωστής Θεοδοσόπουλος

The Critic (1994 – 2001)

Βραχύβια σειρά κινουμένων σχεδίων με ήρωα τον Τζέι Σέρμαν, έναν φουκαρά νεοϋορκέζο κριτικό κινηματογράφου με απέχθεια για τις ταινίες που αναγκάζεται να παρουσιάσει στην τηλεοπτική εκπομπή του. Μεταξύ άλλων, ο Σέρμαν έχει να αντιμετωπίσει τις παρεμβάσεις του αφεντικού του, την πρώην γυναίκα του που δε θέλει να τον βλέπει μπροστά της και το κοινό που κυριολεκτικά τον σιχαίνεται. Το «Critic» ξεκίνησε να παίζεται στο ABC το 1994, μα ακυρώθηκε έπειτα από δεκατρία επεισόδια λόγω χαμηλής θεαματικότητας. Στη συνέχεια μετακόμισε στο κανάλι της Fox, όπου, παρά τα βελτιωμένα νούμερα, ακυρώθηκε και πάλι μετά από δέκα επεισόδια. Με τα χρόνια η σειρά απέκτησε cult status, κάτι που οδήγησε τους δημιουργούς της στην παραγωγή ολιγόλεπτων ιντερνετικών επεισοδίων, τα οποία έχουν τις στιγμές τους, αλλά όχι και την σπιρτάδα του παρελθόντος.

Είχα δει την πρώτη σεζόν παλιότερα, μέσα στην καραντίνα είδα και τα υπόλοιπα επεισόδια και, όταν μπορούσα να κρατήσω την κοιλιά μου από τα γέλια, απορούσα για ποιόν λόγο η σειρά δεν έπιασε στην εποχή της - το παρεμφερούς αισθητικής «Family Guy», που ξεκίνησε να προβάλλεται λίγα χρόνια μετά, παίζεται με επιτυχία μέχρι σήμερα. Οι ευφάνταστες παρωδίες τίτλων της εποχής, οι γουντιαλενισμοί και το random χιούμορ την καθιστούν  must-see για μανιώδεις σινεφίλ. Γιάννης Βασιλείου

Bedevil (1993) της Τρέισι Μόφατ

Θεωρώ το σινεμά της Αυστραλίας στα ‘70s ως ένα από τα συναρπαστικότερα πράγματα που συνέβησαν στην ιστορία του μέσου. Ένας συνδυασμός σωστής πολιτικής, με το κράτος να χρηματοδοτεί νέους σκηνοθέτες και να τους ευνοεί να ακολουθήσουν θεματικές της αρεσκείας τους, επέφερε μια μοναδική καταγραφή των φυσικών και κοινωνικών αντιθέσεων του αυστραλιανού τοπίου, με τις ερήμους να διαλύονται από το τσιμέντο και τον πανάρχαιο πολιτισμό των Αβορίγινων να συγκρούεται με τη ρασιοναλιστική Δύση. Η συνύπαρξη τόσο διαφορετικών κουλτούρων και η δυτικοποίηση ανθρώπων που μεγάλωσαν με μια διαφορετική προσέγγιση στον χρόνο, με το dreamtime και τις ιστορίες πνευμάτων που μας περιβάλλουν, έδωσε αριστουργήματα όπως το «Τελευταίο Κύμα» του Πίτερ Γουίαρ ή το πιο γήινο «The Chant of Jimmie Blacksmith» του Φρεντ Σκέπισι.

Οι καλύτεροι εκπρόσωποι του κύματος αυτού πήραν διαβατήριο για τις ΗΠΑ και, στην περίπτωση του Γουίαρ, συνέχισαν να δίνουν αριστουργήματα, το σινεμά της χώρας όμως εξελίχθηκε, γνώρισε καλύτερα όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά είδη και  κατάφερνε κατά διαστήματα να βγάζει μικρά διαμάντια. Για την Τρέισι Μόφατ και το «Bedevil» διάβασα για πρώτη φορά μέσα στην άνοιξη. Η καταγωγή της Μόφατ ήταν από Αβορίγινες, δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη φωτογραφία και το 1993 παρουσίασε αυτή την ταινία, που είναι η πρώτη στην ιστορία της χώρας γυρισμένη από γυναίκα με αυτή την προέλευση. Στο «Bedevil» τιμά την παράδοση των προγόνων της παρουσιάζοντας 3 μικρές ιστορίες φαντασμάτων και πνευμάτων, με ευαισθησία για έναν κόσμο που μοιάζει να χάνεται από την καταλυτική παρουσία των λευκών αλλά σε ένα σουρεαλιστικό πλαίσιο που σχολιάζει τη μάλλον αγεφύρωτη πνευματική απόσταση ανάμεσα στις δύο κουλτούρες. Τάσος Μελεμενίδης

«Millennium Actress» (Sennen Joyû, 2001) του Σατόσι Κον, λίγο πριν το 2021

Προερτοαστική περίοδος και δεύτερο lockdown. Αποφάσισα να ξορκίσω την συνθήκη με ένα ασφαλές, αναγκαίο παυσίλυπο, μία ταινία που είχα την τύχη να παρακολουθήσω χρόνια πριν (όταν ήμουν ξανά «εσώκλειστος» το 2008 λόγω θητείας) και έψαχνα ευκαιρία για να ξαναδώ.

Δυο ντοκιμαντερίστες συναντούν την κάποτε λαμπερή ηθοποιό Τσιγιόκο Φουτζιουάρα, μία θρυλική πρωταγωνίστρια που έχει αποσυρθεί τα τελευταία 30 χρόνια. Ένα κλειδί θα σταθεί αφορμή για να «ξεκλειδώσει» την ιστορία της ζωής της και σύντομα το «Millennium Actress» θα μεταμορφωθεί σε μία πολύχρωμη ταπισερί άχρονης μνήμης και τετελεσμένης καριέρας, ιστορικής πραγματικότητας και δημιουργικού σινεμά. Όσο το αφήγημα της Τσιγιόκο συνυφαίνει με λεπτότητα την Τέχνη με την ζωή της, τόσο ο θεατής εγκλωβίζεται σε ένα επιδέξιο κουκούλι που συστήνει έναν νέο κόσμο. Είναι ο κόσμος που ζουν οι ταινίες στην καρδιά και στο μυαλό μας. Ανάμεσα στον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλς και (γιατί όχι;) το «Πνεύμα του Μελισσιού» του Βίκτορ Ερίθε, το «Millennium Actress» του μεγάλου Σατόσι Κον αναπνέει 24 καρέ το δευτερόλεπτο, επιδεικνύει την τεράστια αποδραστική δύναμη του κινηματογράφου, μετουσιώνει το καθημερινό σε ξεχωριστό και ενώνει όλους/-ες τους/τις σινεφίλ σε μία υπερβατική εμπειρια. Μία από τις καλύτερες ταινίες του νέου Millennium ασυζητητί. Πάνος Γκένας

Διαβάστε ακόμη:

Ανασκόπηση 2020: Ψηφίστε την καλύτερη ταινία της χρονιάς και κερδίστε δώρα από το ΣΙΝΕΜΑ
Η ώρα για να ψηφίσετε τις ταινίες που ξεχωρίσατε το 2020 έφτασε! Δηλώστε συμμετοχή στη μεγάλη ψηφοφορία του cinemagazine.gr και μπείτε στην κλήρωση για συνδρομές Cinobo και πακέτα κινηματογραφικών βιβλίων από τις Εκδόσεις Πατάκη!

Ανασκόπηση 2020: Τα καλύτερα σάουντρακ της χρονιάς
Τραγουδιστική μέθεξη και τζαζ αυτοσχεδιασμοί, βετεράνοι συνθέτες και ρομαντικές μελωδίες, η μελαγχολία των ουρανών και η ευφορία των νιάτων, ήχοι από έναν μακρινό γαλαξία και ένα μερακλίδικο «trash» euro-party! Αυτές είναι οι μουσικές που ξεχωρίσαμε στις εικόνες του 2020.

Ανασκόπηση 2020: Τα πρόσωπα της χρονιάς
Αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους που έκαναν την διαφορά προσφέροντας ταινίες, ερμηνείες, δηλώσεις και έμπνευση σε μία τόσο ιδιαίτερη χρονιά. Τους ανθρώπους που οι δημιουργίες τους συζητήθηκαν έντονα και έγιναν στιγμές «απόδρασης» την στιγμή που το είχαμε ανάγκη.