Κάννες 2026: Στο «The Beloved» του Σορογκογιέν ο Μπαρδέμ ίσως δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του (και ναι, θυμόμαστε ότι υπάρχουν οι Κοέν) - νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
8:54
18/5

Κάννες 2026: Στο «The Beloved» του Σορογκογιέν ο Μπαρδέμ ίσως δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του (και ναι, θυμόμαστε ότι υπάρχουν οι Κοέν)

Μια πολύ καθυστερημένη άφιξη στο φεστιβάλ, ο Ροδρίγο Σορογκογιέν περνάει για πρώτη φορά τις θεσμικές πύλες του διαγωνιστικού, παρουσιάζοντας στις Κάννες την πιο ιδιαίτερη μέχρι σήμερα ταινία του.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη

Γνωστοί κυρίως μέσα από μια σειρά ταινιών είδους, ο Ροδρίγο Σορογκογιέν κι η Ιζαμπέλα Πένια, έχουν καθιερώσει ένα αυθεντικό, ολότελα δικό τους στυλ σινεμά που μιλά αποκλειστικά μέσα από τις εντάσεις. Κάνοντας μαζί ταινίες για σχεδόν 13 χρόνια, έχουν δημιουργήσει ορισμένες από τις πλέον αξιομνημόνευτες σκηνές της πρόσφατης μνήμης, για να κορυφώσουν σε ασφυκτικό βαθμό τις φαινομενικά απλές συγκρούσεις που εκκινούν κάθε ιστορία τους. Νομοτελειακά φέρνουν τους ήρωες τους σε κατάσταση αφόρητης πίεσης κι από εκεί και πέρα αφήνονται στη δεξιοτεχνική χρήση των εκφραστικών μηχανισμών του κινηματογράφου.

Η ιδέα εδώ υποθέτω ήταν κάτι του στυλ, τι θα γινόταν αν απλώσουμε την ένταση που έχουν αυτές οι στιγμές, σε ολόκληρη τη διάρκεια μιας ταινίας. Πόσω μάλλον όταν αυτή δεν ανήκει στα είδη που έχουν δοκιμάσει μέχρι σήμερα, αλλά φέρνει περισσότερο σε ένα «σοβαρό» δράμα για τη σχέση ενός πατέρα με την κόρη του, τοποθετημένο στα παρασκήνια μιας απαιτητικής παραγωγής.

Το σενάριο ακολουθεί έναν φημισμένο Ισπανό σκηνοθέτη, που επιστρέφει στη δράση μετά από πολλά χρόνια για να γυρίσει μια ταινία εποχής στην έρημο. Έχει επιλέξει μεταξύ άλλων στο cast να συνεργαστεί με την αποξενωμένη κόρη του, Εμίλια. Από την πρώτη στιγμή που ξανασυναντιούνται, φαίνεται πως δεν μπορούν να αφήσουν πίσω τους το τραυματικό παρελθόν. Παρόλα αυτά η Εμίλια θα συμφωνήσει να συμμετάσχει στο γύρισμα.

Ήδη από την 20λεπτη πρώτη σκηνή, όπου ο Σορογκογιέν κινηματογραφεί τους ηθοποιούς σε ασφυκτικά κοντινά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το τι θα ακολουθήσει. Οι αυξημένες απαιτήσεις του γυρίσματος στο απομονωμένο τοπίο της ερήμου θα γεννήσουν νέες αντιπαραθέσεις, με κοινό παρονομαστή τις απαιτήσεις ενός συμπλεγματικού χαρακτήρα που υποδύεται εκπληκτικά ο επιβλητικός Χαβιέ Μπαρδέμ. Από κοντά κι η Βίκι Λουένγκο, κουβαλάει και μοιράζεται με το θεατή όλο το συναισθηματικό βάρος της ταινίας που προκύπτει ως αντίδραση στην επιθετική σκληρότητα που απαντά στον πατέρα/σκηνοθέτη της.

Αυτό που έρχεται ως έκπληξη είναι η κινηματογράφηση αυτή καθ' αυτή, καθώς ο Σορογκογιέν επικαλείται των εσωτερικό του Τόνι Σκοτ, για να πετύχει κάτι ακριβώς αντίθετο απ' τον αδικοχαμένο Βρετανό σκηνοθέτη. Σε ένα κλίμα κι ένα πλαίσιο όπου οι αλλαγές κινηματογραφικού φορμά φαίνονται ανορθογραφίες για τους, ας μην κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας, αγράμματους εν τω πολλώ που καλούνται να έχουν άποψη για μια ταινία, ο Ισπανός αποφασίζει να προκαλέσει το βλέμμα δοκιμάζοντας σχεδόν τα πάντα. Το έγχρωμο ανακατεύεται με το ασπόμαυρο, το φιλμ με τα ψηφιακά πλάνα κι οι ευρυγώνιοι εναλλάσσονται άναρχα με τους τηλεφακούς. Επί της ουσίας συσχετίζει συγκεκριμένες φόρμες με τη χαρακτηρολογία. Είναι ένας οπτικός πειραματισμός όπου το κλασικό φιλμ αντιστοιχεί στον πατέρα και τα «μικρότερα» φορμά στην κόρη. Υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία όπου βλέπουμε το ίδιο πλάνο από δύο διαφορετικά υλικά, στην αρχή έγχρωμο με όλη τη ζωηρή αλαζονεία του Μπαρδέμ και το δεύτερο άχρωμο και παγωμένο με την ίδια, αλλά ειλικρινή  αυτή τη φορά αντίδραση της Λουένγκο. Πρόκειται για πολύ λεπτή δουλειά που στα τεχνικά της χαρακτηριστικά δεν αφορά κανέναν πέρα απ' τους εστέτ, αλλά αντί της αισθητηριακής υπερδιέγερσης που θα περίμενε κανείς, το τρικ προσδίδει μια πρωτοφανή γλαφυρότητα και μια εντυπωσιακή διαύγεια στο δράμα. Αν και το παραπάνω δεν επισημαίνεται ποτέ και με κανέναν τρόπο, διαισθάνεσαι αμέσως το point of view αφού αρκεί μια απλή αλλαγή στη θερμοκρασία του πλάνου.  

Διακειμενικά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως έχουμε να κάνουμε με έναν σκηνοθέτη που προσπαθεί να βρει πως θα προσεγγίσει αποτελεσματικότερα τους ηθοποιούς του, τόσο στην περίπτωση του Σορογκογιέν όσο και του Μπαρδέμ στην οθόνη. Οι «ενοχλητικές» αλλαγές στο κάδρο και ένα μικρό μονταζιακό κρεσέντο, υπογραμμίζουν ιδανικά τη σύγχυση που προκύπτει απ' την πίεση στην ολοκλήρωση μιας ταινίας. Για το Σορογκογιέν η αποδέσμευση από τη φόρμα είναι ελευθερία, για τον πρωταγωνιστή η ανελαστική κάλυψη που δίνει ένα παραδοσιακό γενικό τον μετατρέπει σε δυνάστη. Η σκηνή του γυρίσματος στο τραπέζι για όποιον έχει δει την ταινία, εντάσσει οριστικά το «The Beloved» στον κανόνα των δημιουργών του. Είναι ένα εντυπωσιακό αυτόνομο κομμάτι μέσα στο φιλμ όπου μόνο ζητούμενο είναι η ένταση. Μια ένταση πυρετώδης που θα εξηγήσει τα πάντα σχετικά με τη δραματική σύγκρουση στην καρδιά του φιλμ. Ο Μπαρδέμ μοιάζει ξαφνικά τεράστιος κι ολόκληρο το συνεργείο του ασφυκτιά στο απέραντο φόντο της ερήμου. Όλα αυτά τα ειλικρινά υπέροχα πράγματα που έχει χωρέσει ο σκηνοθέτης σε μια μικρή, σχεδόν ασήμαντη ιστορία από τα παρασκήνια ενός γυρίσματος, δεν θα είχαν νόημα αν τα πάντα δεν έρχονταν σε σύνεση με το καθιερωμένο πια όραμά του. Οι καταπληκτικές ερμηνείες, η χρήση της μουσικής, το μοντάζ που έχει ενεργό χαρακτήρα στην αφήγηση...

Υπάρχουν φυσικά κι αυτοί που θα δουν πίσω από τα παραπάνω την έλλειψη μέτρου, την φιλαρέσκεια ή την επιδειξιομανία. Και δεν μπορούμε να τους αδικήσουμε αφού εδώ υπάρχει πολύ σινεμά για το σινεμά και μια πολύ προκλητική κινηματογράφηση που σχεδόν απαιτεί να μην περάσει απαρατήρητη. Υπάρχει από την άλλη και μια διακριτική ειρωνεία που πηγάζει απ' την ταινία: αν ο κακός όπως αποκαλύπτεται σκηνοθέτης, Εστεμπάν Μαρτίνεθ, κατάφερε να φτάσει εκεί που έφτασε, είναι επειδή κάποιοι δεν κατάφεραν να δουν πίσω από την καθαρότητα της φόρμας του, τη μετριότητά του. Οι σταθερά ανερχόμενοι Σορογκογιέν και Πένια αντίθετα, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, μετά από το «Beloved» μπορούν να κοιτάζουν μόνο προς το αριστούργημά τους. 

Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.